Ένας 43χρονος άνδρας, κοινωνικός και μορφωμένος, βρέθηκε αντιμέτωπος με μια σκληρή πραγματικότητα μετά τη μετακόμισή του από την πόλη σε μια φάρμα στην εξοχή. Συνειδητοποίησε ότι, παρά τον φαινομενικά ευρύ κύκλο φίλων του, ο ίδιος ήταν ο αποκλειστικός συντονιστής κάθε κοινωνικής αλληλεπίδρασης. Μόλις σταμάτησε να κάνει το πρώτο βήμα, να στέλνει μηνύματα και να προγραμματίζει συναντήσεις, οι φίλοι του εξαφανίστηκαν, αφήνοντάς τον να αναρωτιέται αν ήταν ποτέ πραγματικά επιθυμητός ή αν απλώς διευκόλυνε τους άλλους να τον περιλαμβάνουν στη ζωή τους.
Το ερώτημα που προκύπτει είναι κρίσιμο: Είναι κάποιος «κακός» άνθρωπος αν δεν τον αναζητούν, ή μήπως υπάρχει ένα χάσμα ανάμεσα στις προθέσεις και τις πράξεις των γύρω μας; Η Eleanor, απαντώντας στο πρόβλημα, επισημαίνει πως συχνά υπερεκτιμούμε το πόσο ενεργοί θα ήταν οι φίλοι μας χωρίς μια δική μας ώθηση. Όπως ένας φίλος της που χρειαζόταν βοήθεια μετά από ένα ατύχημα και τη ζήτησε έμπρακτα, έτσι και στις κοινωνικές σχέσεις, η απουσία πρωτοβουλίας από την πλευρά των άλλων δεν σημαίνει απαραίτητα έλλειψη αγάπης.
Στην πραγματικότητα, οι περισσότεροι άνθρωποι αποτυγχάνουν να διατηρήσουν τις ισορροπίες λόγω φόρτου εργασίας, νευροδιαφορετικότητας ή απλής κοινωνικής δυσκολίας. Ωστόσο, η αλήθεια αυτή δεν αναιρεί την πικρία της ασυμμετρίας. Το ζήτημα που θέτει η Eleanor είναι αν είμαστε διατεθειμένοι να αποδεχθούμε αυτή την ανισότητα σε αντάλλαγμα για άλλα ποιοτικά χαρακτηριστικά των φίλων μας, ή αν η έλλειψη πρωτοβουλίας αποτελεί μια «κακία» που καθιστά τη φιλία αδύνατη. Η αυτογνωσία και η αξιολόγηση του τι προσφέρει ουσιαστικά ο καθένας στη σχέση παραμένουν τα μόνα εργαλεία για να αποφασίσουμε αν οι δεσμοί αυτοί αξίζουν τη διατήρησή τους.