Η συζήτηση για το αν η βιταμίνη C μπορεί να προσφέρει επιπλέον προστασία από τον ήλιο είναι ιδιαίτερα επίκαιρη στον χώρο της δερματολογίας. Σύμφωνα με την Rosalind Simpson, καθηγήτρια δερματολογίας στο University of Nottingham, είναι σημαντικό να διαχωρίσουμε τον ρόλο των αντηλιακών από εκείνον των αντιοξειδωτικών.
Το αντηλιακό επιτελεί δύο κρίσιμες λειτουργίες: μπλοκάρει τις ακτίνες UVB, οι οποίες προκαλούν εγκαύματα και σχετίζονται με την ανάπτυξη καρκίνου του δέρματος, και φιλτράρει τις ακτίνες UVA που επιταχύνουν τη γήρανση. Αντιθέτως, η βιταμίνη C δεν λειτουργεί ως αντηλιακό φίλτρο. Ωστόσο, η αξία της έγκειται στην αντιοξειδωτική της δράση. Η έκθεση στην υπεριώδη ακτινοβολία και τη ρύπανση δημιουργεί ελεύθερες ρίζες, οι οποίες διασπούν το κολλαγόνο και προκαλούν απώλεια της σφριγηλότητας του δέρματος. Η βιταμίνη C φαίνεται να εξουδετερώνει αυτές τις ελεύθερες ρίζες, αποτρέποντας τη βλάβη των κυττάρων.
Ήδη από το 1996, μια μελέτη εξέτασε την αποτελεσματικότητα αντιοξειδωτικών, όπως η βιταμίνη C και η βιταμίνη E, σε συνδυασμό με αντηλιακά σκευάσματα. Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι η βιταμίνη C ενισχύει την προστασία από τη φθορά που προκαλεί η ακτινοβολία UVA, αλλά μόνο όταν χρησιμοποιείται παράλληλα με το αντηλιακό. Οι ερευνητές κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι τα αντιοξειδωτικά λειτουργούν ως μια πρόσθετη γραμμή άμυνας, αλλά δεν υποκαθιστούν το αντηλιακό.
«Τίποτα δεν μπορεί να αντικαταστήσει ένα καλό αντηλιακό ευρέος φάσματος με προστασία UVA και UVB», υπογραμμίζει η Simpson, τονίζοντας τη σημασία των σωστών συνηθειών, όπως η τακτική ανανέωση του αντηλιακού και ο περιορισμός της άμεσης έκθεσης στον ήλιο κατά τις ώρες αιχμής.