Η διεξαγωγή του Παγκοσμίου Κυπέλλου στις Ηνωμένες Πολιτείες, τον Καναδά και το Μεξικό έχει προκαλέσει έντονες αντιδράσεις, με πολλούς να κατηγορούν τη FIFA ότι προχωρά σε μια πρωτοφανή επιχείρηση «αθλητικού ξεπλύματος» (sportswashing). Παρά τις επικρίσεις για τη στάση των ΗΠΑ και των συμμάχων τους σε συγκρούσεις όπως αυτές στο Ιράν, την Παλαιστίνη, τον Λίβανο και τη Ρωσία, η διοίκηση του Gianni Infantino παραμένει αμετακίνητη.
Οι δημοσιογράφοι που καλύπτουν τη διοργάνωση φαίνεται να έχουν επιλέξει τη σιωπή, με πολλούς να έχουν διαγράψει παλαιότερες αναρτήσεις τους στα κοινωνικά δίκτυα που ασκούσαν κριτική στην αμερικανική κυβέρνηση, φοβούμενοι πιθανές κυρώσεις ή αποκλεισμούς από την κάλυψη των αγώνων. Ακόμα και αθλητικογράφοι με κύρος, όπως ο Alexander Abnos του The Guardian US, έχουν μετατοπίσει το ενδιαφέρον τους σε πιο «ασφαλή» θέματα, ακολουθώντας τη γραμμή της FIFA.
Η ανησυχία για την ασφάλεια είναι έκδηλη. Σε συνομιλίες με 19 αθλητικούς συντάκτες από 6 διαφορετικές χώρες, η πλειονότητα εξέφρασε έντονο προβληματισμό για το ενδεχόμενο τρομοκρατικών ενεργειών ή βίαιων επεισοδίων. Ένας αξιωματούχος της FIFA, μιλώντας ανώνυμα στις 29 Μαΐου, χαρακτήρισε τη φετινή διοργάνωση ως «την πιο επικίνδυνη στην ιστορία», αποκαλύπτοντας ότι για πρώτη φορά έμπειρα στελέχη της ομοσπονδίας αρνούνται να ταξιδέψουν για την κάλυψη των αγώνων.
Ενώ στο παρελθόν τα μέσα ενημέρωσης ήταν ιδιαίτερα επικριτικά για χώρες όπως το Κατάρ, η Ρωσία, η Βραζιλία και η Νότια Αφρική, αυτή τη φορά τηρούν στάση αναμονής. Η επένδυση 650 εκατομμυρίων δολαρίων από τη FIFA για την ενίσχυση της ασφάλειας στις πόλεις υποδοχής μαρτυρά ότι οι κίνδυνοι είναι υπαρκτοί, με το φάντασμα τρομοκρατικών χτυπημάτων, παρόμοιων με εκείνα στους Ολυμπιακούς Αγώνες της Ατλάντα το 1996, να πλανιέται πάνω από τη διοργάνωση που ξεκινά στις 11 Ιουνίου.