Η “δεξαμενή” των πολιτών που αντιμετωπίζουν κατασχέσεις λόγω “κόκκινων χρεών” προς την εφορία διευρύνεται, καθώς η Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων (ΑΑΔΕ) επιχειρεί να προσδιορίσει ποια χρέη είναι πράγματι εισπράξιμα, με στόχο την ορθολογικοποίηση της εικόνας. Σύμφωνα με στοιχεία της ΑΑΔΕ, το 2024 σημειώθηκε αύξηση κατά 75.076 πρόσωπα στον αριθμό των οφειλετών στους οποίους επιβλήθηκαν αναγκαστικά μέτρα είσπραξης. Η επιτάχυνση στον ρυθμό επιβολής κατασχέσεων σε βάρος οφειλετών του Δημοσίου, μεταξύ 2024 και 2025, έφτασε το 29,51%, γεγονός που υποδηλώνει την εντατικοποίηση των ενεργειιών των φοροεισπρακτικών υπηρεσιών.
Την ίδια περίοδο, τα ποσοστά δικαίωσης στις προσφυγές που εξετάζει η Διεύθυνση Επίλυσης Διαφορών (ΔΕΔ) παραμένουν απογοητευτικά χαμηλά, με μόλις το 18% των υποθέσεων να οδηγεί σε δικαίωση. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα το μεγαλύτερο μέρος των καταλογισθέντων φόρων και προστίμων να παραμένει στις ληξιπρόθεσμες οφειλές προς την Εφορία. Συγκεκριμένα, από τις 10.492 προσφυγές που υποβλήθηκαν το προηγούμενο έτος, εξετάστηκαν 9.685. Οι φορολογούμενοι δικαιώθηκαν σε 1.736 περιπτώσεις (17,9%), εξασφαλίζοντας διαγραφή φόρων, προσαυξήσεων και προστίμων. Αντίθετα, 7.835 προσφυγές (80,9%) απορρίφθηκαν, ενώ 38 τέθηκαν στο αρχείο λόγω παραίτησης και 76 απορρίφθηκαν σιωπηρώς λόγω παρέλευσης προθεσμίας. Επιπλέον, 4.448 υποθέσεις παρέμειναν σε εκκρεμότητα, με επόμενο σταθμό την προσφυγή στα Διοικητικά Δικαστήρια για τις απορριφθείσες.
Οι βασικοί λόγοι αποδοχής προσφυγών από τη ΔΕΔ περιλαμβάνουν τον εσφαλμένο υπολογισμό της φορολογητέας ύλης, τη μη ορθή εφαρμογή έμμεσων τεχνικών προσδιορισμού εισοδήματος, την αναγνώριση δαπανών ως εκπιπτόμενων και τον λανθασμένο χαρακτηρισμό εισοδήματος ως προσαύξησης περιουσίας. Το 2025, οι περισσότερες προσφυγές αφορούσαν πράξεις διορθωτικού προσδιορισμού φόρου εισοδήματος, πρόστιμα για εκπρόθεσμη υποβολή δηλώσεων ΦΠΑ, έμμεσες τεχνικές ελέγχου, ζητήματα ΕΝΦΙΑ και φορολογίας ακινήτων, καθώς και πρόστιμα του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας. Οι απορρίψεις οφείλονται κυρίως στην έλλειψη επαρκών αποδεικτικών στοιχείων, στη μη τεκμηρίωση της προέλευσης χρηματικών ποσών, σε αόριστους ή νομικά αβάσιμους ισχυρισμούς ή στην επιβεβαίωση της ορθότητας της ελεγκτικής μεθόδου.
Παράλληλα, η ΑΑΔΕ προχωρά στη μεταφορά ληξιπρόθεσμων οφειλών που παρέμεναν στα βιβλία της εφορίας για χρόνια σε ειδική κατηγορία, διογκώνοντας το συνολικό χρέος χωρίς ρεαλιστικές πιθανότητες είσπραξης. Αυτή η τάση αποτυπώνεται στην αύξηση των ανεπίδεκτων είσπραξης, τα οποία από 27,31 δισ. ευρώ τον Οκτώβριο του 2025 ανήλθαν σε 35,03 δισ. ευρώ τον Δεκέμβριο, σημειώνοντας άνοδο 28,27%. Μέσα σε δύο μήνες, οφειλές ύψους 7,72 δισ. ευρώ μεταφέρθηκαν σε διαφορετική κατηγορία, παύοντας να εμφανίζονται ως άμεσα εισπράξιμες, χωρίς όμως να διαγράφονται. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση οφειλής 5,51 δισ. ευρώ που χαρακτηρίστηκε ανεπίδεκτη είσπραξης και συνδέεται με την υπόθεση της Ακρόπολις Χρηματιστηριακή. Η διαδικασία χαρακτηρισμού μιας οφειλής ως ανεπίδεκτης είσπραξης απαιτεί αυστηρό έλεγχο, εξέταση της εξάντλησης όλων των διαθέσιμων μέσων αναγκαστικής είσπραξης και, εφόσον δεν εντοπιστούν εισπράξιμα στοιχεία, η υπόθεση μπορεί να προχωρήσει στο επόμενο στάδιο.