Η τέχνη της όπερας δεν εκτυλίσσεται μόνο επί σκηνής. Πίσω από τις εντυπωσιακές παραστάσεις κρύβεται ένας μηχανισμός τεράστιων απαιτήσεων, που εκτείνεται από τους τεχνικούς σκηνικών και τους κατασκευαστές περουκών, μέχρι τις χορωδίες και τις ορχήστρες, απαιτώντας αστρονομικά ποσά. Οι λυρικές σκηνές βασίζονται σε κυβερνητικές επιχορηγήσεις, εταιρικές δωρεές ή ιδιώτες χρηματοδότες, των οποίων τα κίνητρα συχνά αμφισβητούνται. Ιστορικά, ονόματα όπως του Alberto Vilar, που καταδικάστηκε για απάτη το 2010, ή η οικογένεια Sackler, συνδέθηκαν με μεγάλες δωρεές που επισκιάστηκαν από σκάνδαλα.

Αυτή την «άλυτη εξίσωση» καλείται να διαχειριστεί ο Peter Gelb, διευθυντής της opera/”>Metropolitan Opera στη Νέα Υόρκη τα τελευταία είκοσι χρόνια. Ο Gelb αντιμετωπίζει τη λεγόμενη «ασθένεια κόστους του Baumol», έναν οικονομικό όρο που καθιέρωσε ο οικονομολόγος William J. Baumol τη δεκαετία του 1960. Η ουσία του προβλήματος είναι ότι η παραγωγή μιας όπερας, όπως το Tristan und Isolde, απαιτεί την ίδια «στρατιά» ανθρώπων και πόρων που χρειαζόταν και το 1865, καθιστώντας τον θεσμό εξαιρετικά δαπανηρό και δύσκαμπτο στην εποχή της αποδοτικότητας.
Με ετήσιο προϋπολογισμό περίπου 330 εκατομμυρίων δολαρίων και έσοδα από εισιτήρια στα 70 εκατομμύρια, η Metropolitan Opera αναγκάστηκε να περικόψει μισθούς και παραστάσεις. Μέσα σε αυτό το κλίμα, η συμφωνία 200 εκατομμυρίων δολαρίων με τη Σαουδική Αραβία –η οποία περιλάμβανε περιοδείες της Met στο Riyadh– κατέρρευσε, αφήνοντας τον Gelb εκτεθειμένο.

Το ζήτημα όμως δεν είναι μόνο οικονομικό, αλλά βαθιά ηθικό. Οι επικριτές αναρωτιούνται αν είναι δόκιμο η Metropolitan Opera να αναζητά κεφάλαια από ένα καθεστώς με βεβαρημένο ιστορικό στα ανθρώπινα δικαιώματα, τον θάνατο του Jamal Khashoggi και τις μαζικές εκτελέσεις. Ο Gelb, ο οποίος έχει ταχθεί ανοιχτά υπέρ της Ουκρανίας και έχει απομακρύνει την Anna Netrebko, βρίσκεται αντιμέτωπος με τις αντιφάσεις της σύγχρονης εποχής. Όπως επισημαίνεται, ο ισχυρισμός ότι η τέχνη είναι υπεράνω της πολιτικής αποτελεί μύθο. Οι μεγάλες λυρικές σκηνές του κόσμου είναι σήμερα παγιδευμένες στα αγκάθια των οικονομικών και ηθικών διλημμάτων, προσπαθώντας να επιβιώσουν σε μια διεθνή αγορά όπου η «καθαρή» χρηματοδότηση φαντάζει σχεδόν αδύνατη.