Η Ιαπωνία αποφάσισε να προχωρήσει σε μια σημαντική αύξηση στα τέλη θεώρησης βίζας, η οποία αναμένεται να επηρεάσει ιδιαίτερα τους Κινέζους ταξιδιώτες. Πρόκειται για την πρώτη αναπροσαρμογή από το 1978, με το κόστος για τη βίζα μίας εισόδου να εκτοξεύεται από τα 3.000 γεν στα 15.000 γεν, ενώ η βίζα πολλαπλών εισόδων αυξάνεται από τα 6.000 γεν στα 30.000 γεν.
Η νέα πολιτική, που ξεκινά την 1η Ιουλίου, αποδίδεται από την ιαπωνική πλευρά στον πληθωρισμό και την υποτίμηση του γεν, φέρνοντας τα τέλη στα επίπεδα άλλων αναπτυγμένων χωρών. Ωστόσο, η χρονική συγκυρία προκαλεί ανησυχία για τις διπλωματικές σχέσεις μεταξύ Πεκίνου και Τόκιο. Οι Κινέζοι τουρίστες αποτελούν τη μοναδική αγορά από την πρώτη πεντάδα της ιαπωνικής τουριστικής βιομηχανίας που απαιτείται να εκδώσει βίζα, γεγονός που καθιστά το μέτρο ιδιαίτερα αισθητό.
Παρά το υψηλό κόστος, οι ταξιδιώτες συχνά βρίσκονται αντιμέτωποι με μεγαλύτερα εμπόδια. Η Kyle Zhang, κάτοικος του Chengdu, αναφέρει πως τα σχέδιά της για ταξίδι στην Ιαπωνία παραμένουν στάσιμα, όχι λόγω της βίζας, αλλά εξαιτίας της έλλειψης πτήσεων και των εξαιρετικά υψηλών τιμών στα αεροπορικά εισιτήρια. Τα στοιχεία δείχνουν άλλωστε ότι, λόγω της διπλωματικής κρίσης, οι πτήσεις μεταξύ των δύο χωρών έχουν μειωθεί δραματικά, με χιλιάδες ακυρώσεις να καταγράφονται εντός του 2024.
Αναλυτές, όπως ο Chen Yang από το Charhar Institute, προειδοποιούν ότι η αύξηση των τελών, σε συνδυασμό με τις αμφιλεγόμενες δηλώσεις της Πρωθυπουργού Sanae Takaichi για την Ταϊβάν, θα μπορούσε να δημιουργήσει αρνητικά συναισθήματα στην κινεζική κοινή γνώμη. Παρά τις προσπάθειες αεροπορικών εταιρειών όπως η Air China και εταιρειών κρουαζιέρας όπως η Royal Caribbean και η Adora Cruises να προσελκύσουν ξανά το κοινό, το πολιτικό κλίμα παραμένει ψυχρό, με το μέλλον των διμερών σχέσεων να κρίνεται πλέον σε κρίσιμα ζητήματα εθνικών συμφερόντων και ιστορικής μνήμης.