Στον κόσμο της γεωπολιτικής, οι αρχές του διεθνούς δικαίου φαίνεται να εφαρμόζονται ανάλογα με το ποιος είναι ο στόχος. Από τη μία, οι Ηνωμένες Πολιτείες στρέφονται ανοιχτά κατά του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου (ICC), υποστηρίζοντας ότι η δράση του υπονομεύει την εθνική τους κυριαρχία. Από την άλλη, η Ουάσινγκτον ηγήθηκε πρόσφατα ενός συνασπισμού 14 χωρών, ζητώντας την εφαρμογή απόφασης διεθνούς διαιτητικού δικαστηρίου για τη Θάλασσα της Νότιας Κίνας, η οποία στρέφεται κατά του Πεκίνου.
Το ερώτημα που προκύπτει είναι απλό αλλά καίριο: γιατί η ίδια χώρα επιλέγει να «αγκαλιάσει» κάποια διεθνή δικαστικά όργανα και να πολεμήσει άλλα; Η απάντηση φαίνεται να κρύβεται στα συμφέροντα. Το ICC έχει προκαλέσει την οργή των ΗΠΑ εκδίδοντας εντάλματα σύλληψης για τον Benjamin Netanyahu και τον Yoav Gallant σχετικά με τον πόλεμο στη Γάζα, ενώ στο παρελθόν είχε εξετάσει και την εμπλοκή αμερικανικού στρατιωτικού προσωπικού στο Αφγανιστάν. Αντιθέτως, η διαιτησία για τη Θάλασσα της Νότιας Κίνας εξυπηρετεί την αντιπαράθεση με την Κίνα, καθιστώντας το διεθνές δίκαιο ένα χρήσιμο εργαλείο στην εξωτερική πολιτική.
Η στάση αυτή προκαλεί τριγμούς. Ο υπουργός Εξωτερικών Marco Rubio έχει εξαγγείλει κυρώσεις και περιορισμούς βίζας για το προσωπικό του ICC, επιχειρώντας να παραλύσει τη λειτουργία του. Την ίδια στιγμή, αναφορές κάνουν λόγο για 221 θανάτους σε 67 σκάφη από αεροπορικές επιδρομές στον Ειρηνικό και την Καραϊβική Θάλασσα, γεγονός που εγείρει ερωτήματα για το αν η Ουάσινγκτον προσπαθεί να προλάβει πιθανές έρευνες για εγκλήματα πολέμου.
Στο τέλος της ημέρας, η προσέγγιση της Ουάσινγκτον φαίνεται να είναι ξεκάθαρη: αν μια δικαστική απόφαση βοηθά στην αντιμετώπιση ενός αντιπάλου, πρέπει να μεγεθύνεται. Αν όμως το ίδιο όργανο απειλεί τα αμερικανικά συμφέροντα, η επιδίωξη είναι η αποδυνάμωσή του.