Η διατροφή μας περιλαμβάνει ολοένα και περισσότερα συστατικά που φαντάζουν ξένα προς τον οργανισμό μας, προκαλώντας ερωτήματα για τη μακροπρόθεσμη επίδραση των υπερ-επεξεργασμένων τροφίμων. Η φράση-κλειδί **απρόσμενα συστατικά τροφίμων** περιγράφει μια πραγματικότητα όπου ουσίες από μολυσμένα εδάφη ή βιομηχανικά κατάλοιπα καταλήγουν στο τραπέζι μας.

Η επεξεργασία των τροφίμων δεν είναι πάντα επιβλαβής, ωστόσο η αδιαφάνεια στις ετικέτες συχνά αποκρύπτει την προέλευση των υλικών. Για παράδειγμα, η παρουσία θραυσμάτων εντόμων είναι πρακτικά αναπόφευκτη σε πολλές αλυσίδες παραγωγής παγκοσμίως, αν και οι κανονισμοί διαφέρουν. Παράλληλα, τα παράσιτα στα ψάρια παραμένουν ένα ζήτημα που απαιτεί αυστηρούς ελέγχους και κατάψυξη πριν από την κατανάλωση.

Η βιομηχανία τροφίμων συχνά αντλεί υλικά από το περιβάλλον: το ανθρακικό ασβέστιο (κιμωλία) χρησιμοποιείται ως βελτιωτικό ζύμης, ενώ η γύψος προστίθεται στο τόφου και σε ορισμένα ψωμιά. Ακόμη πιο ανησυχητική είναι η χρήση παραγώγων ξυλείας, όπως η κυτταρίνη, σε παγωτά και τρόφιμα χωρίς γλουτένη, ή η προσθήκη καθαρτικών ουσιών σε φυτικά λουκάνικα για να αποκτήσουν την επιθυμητή υφή.

Την ίδια στιγμή, οι μέθοδοι παραγωγής εξελίσσονται. Η μικροβιακή ζύμωση και η χρήση υποπροϊόντων από τη βιομηχανία κρέατος και φρούτων αποτελούν μέρος της σύγχρονης «λειτουργικής» διατροφής. Ωστόσο, η χρήση πετροχημικών για τη δημιουργία τεχνητών αρωμάτων και η ενσωμάτωση νερού στο κρέας για την αύξηση του βάρους του, αναδεικνύουν το χάσμα μεταξύ της φυσικής τροφής και της βιομηχανικής παραγωγής. Όπως επισημαίνουν ειδικοί, όπως ο καθηγητής Barry Smith από το University College London, η ανθρώπινη φυσιολογία δεν εξελίχθηκε για να πέπτει τέτοιου είδους ανώμαλα συστατικά, καθιστώντας απαραίτητο τον προβληματισμό για το τι πραγματικά καταναλώνουμε.
