Η πρόσφατη επίσκεψη του προέδρου των ΗΠΑ, Donald Trump, στην Κίνα ανέδειξε μια εντυπωσιακή μεταστροφή στο πολιτικό κλίμα της Washington, όπου η συναίνεση απέναντι στο Πεκίνο έχει γίνει πλέον ιδιαίτερα αυστηρή. Νομοθέτες και από τα δύο μεγάλα κόμματα προειδοποιούν έντονα την κυβέρνηση να μην υποχωρήσει σε κανένα σημείο που αφορά την υποστήριξη προς την Ταϊβάν ή τη στρατηγική ανταγωνιστικότητα μεταξύ των δύο χωρών.
Παρά το γεγονός ότι λίγοι αντιτάχθηκαν στην ίδια τη σύνοδο –αναγνωρίζοντας την ανάγκη επικοινωνίας μεταξύ των δύο μεγαλύτερων οικονομιών του πλανήτη– οι επικρίσεις ήταν σφοδρές. Οι Δημοκρατικοί κατηγόρησαν τον Trump για υπερβολική ενδοτικότητα, ενώ οι Ρεπουμπλικάνοι τόνισαν πως οι οικονομικές συμφωνίες δεν πρέπει να θέτουν σε κίνδυνο την αποτρεπτική ισχύ στην περιοχή.
Σε εμπορικό επίπεδο, η επίσκεψη απέδωσε περιορισμένα αποτελέσματα, όπως η δέσμευση για επανέναρξη των εισαγωγών αμερικανικού βοείου κρέατος και η πρόθεση για αγορά αεροσκαφών Boeing. Ο Λευκός Οίκος ανακοίνωσε την Κυριακή πως η Κίνα συμφώνησε στην ετήσια αγορά αμερικανικών αγροτικών προϊόντων αξίας τουλάχιστον 17 δισεκατομμυρίων δολαρίων, αν και το Πεκίνο δεν έχει επιβεβαιώσει επίσημα τη δέσμευση.
Πριν από το ταξίδι, οι γερουσιαστές Chuck Schumer, Jeanne Shaheen και Elizabeth Warren είχαν εκφράσει την έντονη ανησυχία τους, με τον Schumer να δηλώνει πως ο πρόεδρος «δεν πρέπει να πουλήσει την Αμερική στην Κίνα». Αντίστοιχα, ο βουλευτής Ro Khanna άσκησε κριτική μέσω του CNBC την Δευτέρα, υπογραμμίζοντας ότι η αμερικανική στρατιωτική υποστήριξη προς την Ταϊβάν δεν μπορεί να αποτελεί «διαπραγματευτικό χαρτί». Από την πλευρά τους, Ρεπουμπλικάνοι όπως ο John Moolenaar και ο Tom Cotton τόνισαν ότι ο διάλογος πρέπει να γίνεται από «θέση ισχύος», χωρίς να υπονομεύεται η στρατιωτική παρουσία των ΗΠΑ στην Ασία ή η τεχνολογική ασφάλεια της χώρας.