Η σύνοδος κορυφής του NATO, η οποία ολοκληρώθηκε την Τετάρτη 9 Ιουλίου 2026 στην Άγκυρα, ανέδειξε μια Συμμαχία που ισορροπεί ανάμεσα στις διακηρύξεις ενότητας και τις εσωτερικές τριβές, σε μια κρίσιμη καμπή για την ασφάλεια της Δύσης. Κατά τη διάρκεια της διήμερης συνόδου, οι 32 ηγέτες των κρατών-μελών συμφώνησαν σε νέες δεσμεύσεις για την αύξηση των αμυντικών προϋπολογισμών, ξεπερνώντας τα 50 δισεκατομμύρια δολάρια σε νέες προμήθειες, και ενέκριναν πακέτο βοήθειας 70 δισεκατομμυρίων ευρώ (80 δισεκατομμύρια δολάρια) για την Ουκρανία.
Ωστόσο, το κλίμα σκιάστηκε από την έντονη κριτική του Donald Trump, ο οποίος, παρά τον χαρακτηρισμό της συνόδου ως «εξαιρετικά επιτυχημένης», δεν δίστασε να στοχοποιήσει την Ισπανία. Επιβάλλοντας εμπορικό εμπάργκο στη χώρα και ζητώντας από τον Υπουργό Οικονομικών Scott Bessent να διακόψει κάθε εμπορική συναλλαγή, ο Αμερικανός Πρόεδρος έθεσε σε αμφισβήτηση τη συνοχή του NATO. Επιπλέον, ο Trump επανέφερε τις αξιώσεις του για τη Γροιλανδία, εκφράζοντας δυσαρέσκεια για τη στάση των συμμάχων σε θέματα όπως η κρίση με το Ιράν.
Στον αντίποδα, η στάση των ΗΠΑ προς την Τουρκία παρουσίασε αξιοσημείωτη μεταστροφή. Μετά τη συνάντηση με τον Recep Tayyip Erdogan, ο Trump ανακοίνωσε την άρση των κυρώσεων προς την Άγκυρα και την πιθανή επανέναρξη των πωλήσεων μαχητικών αεροσκαφών F-35, παρά τις αντιδράσεις από πλευράς Benjamin Netanyahu. Παράλληλα, ενισχύθηκε η ναυτική συνεργασία μεταξύ Ηνωμένου Βασιλείου και Ολλανδίας με μια συμφωνία ύψους 2,4 δισεκατομμυρίων λιρών (3,2 δισεκατομμύρια δολάρια).
Οι αναλυτές παραμένουν επιφυλακτικοί. Σύμφωνα με τον Jolyon Howorth, καθηγητή στο University of Bath, η αβεβαιότητα που προκαλεί η πολιτική του Trump έχει «καταστρέψει εν γνώσει του» την εμπιστοσύνη που αποτελούσε το θεμέλιο λίθο της Συμμαχίας για πάνω από 75 χρόνια, καθιστώντας το μέλλον του NATO πιο αβέβαιο από ποτέ.