Ο David Byrne, η εμβληματική μορφή της μουσικής σκηνής, ξεδιπλώνει τις αναμνήσεις του από μια καριέρα γεμάτη καινοτομίες. Αναπολώντας τις πρώτες περιοδείες των Talking Heads το 1977 μαζί με τους Ramones, ξεκινώντας από το Eric’s Club στο Liverpool, θυμάται την αμηχανία αλλά και τον ενθουσιασμό της εποχής, καθώς το punk βρισκόταν σε έκρηξη. «Οι Ramones δέχονταν φτύσιμο από το κοινό και δεν το έβλεπαν ως ένδειξη σεβασμού. Ευτυχώς φορούσαν δερμάτινα μπουφάν, ενώ εμείς όχι», εξομολογείται με χιούμορ.

Με την πάροδο του χρόνου, ο Byrne επιδίωξε να απελευθερώσει τις ζωντανές εμφανίσεις του από τους περιορισμούς των καλωδίων. Εμπνευσμένος από τα drumline του αμερικανικού ποδοσφαίρου και τις σχολές σάμπα στο Rio, κατάφερε να μετατρέψει τη σκηνή σε έναν ζωντανό, κινητικό οργανισμό. Στο πρόσφατο έργο του, American Utopia, σε σκηνοθεσία Spike Lee, η χρήση κυρτών οθονών και χορευτών που παίζουν όργανα, δημιουργεί μια εμπειρία όπου οι μουσικοί έχουν πλήρη ελευθερία. «Η ευτυχία και η ελπίδα είναι μια μορφή αντίστασης», τονίζει, επικαλούμενος τον John Cameron Mitchell.

Συζητώντας για τη δημιουργική του πορεία, ο Byrne αναφέρεται στη συνεργασία του με τον Brian Eno, ο οποίος έβλεπε το στούντιο ως ένα μουσικό όργανο, αλλά και στη δουλειά του με τους Fun Boy Three στο άλμπουμ Waiting. Δεν διστάζει να θυμηθεί και την περίεργη συνάντηση με τον Lou Reed στη Νέα Υόρκη, ο οποίος, ενώ έτρωγε παγωτό, τους έδινε συμβουλές για τις ενορχηστρώσεις των τραγουδιών τους, καταλήγοντας μάλιστα να κάνει παρατηρήσεις για την εμφάνιση του Byrne στη σκηνή.
Παρά την επιθυμία του να σκηνοθετήσει ξανά μια ταινία μετά το True Stories, ο ίδιος δηλώνει πως η γραφειοκρατία του Hollywood τον οδήγησε πίσω στη μουσική. Πλέον, με τη βοήθεια της ψηφιακής τεχνολογίας, ελπίζει να επιστρέψει σύντομα στον κινηματογράφο, έχοντας τον πλήρη έλεγχο της δημιουργίας του.
