Η διεξαγωγή του Παγκόσμιου Κυπέλλου 2026 στις ΗΠΑ επισκιάζεται από έντονες αντιδράσεις και κριτική, καθώς πληθαίνουν οι περιπτώσεις αθλητών, διαιτητών και αξιωματούχων που βλέπουν τις αιτήσεις τους για θεώρηση εισόδου (visa) να απορρίπτονται ή να καθυστερούν αδικαιολόγητα. Οι χειρισμοί της κυβέρνησης του Donald Trump προκαλούν οργή, με αποκορύφωμα τον αποκλεισμό του Σομαλού διαιτητή Omar Artan, ο οποίος, παρά τα έγκυρα έγγραφά του, κρίθηκε «μη αποδεκτός» κατά την άφιξή του στο αεροδρόμιο του Miami.
Το ζήτημα των περιοριστικών πολιτικών εισόδου έχει λάβει διαστάσεις που υπερβαίνουν τον αθλητισμό. Ο Ύπατος Αρμοστής των Ηνωμένων Εθνών για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα, Volker Turk, ζήτησε μια ριζική αναθεώρηση των πρακτικών ελέγχου, εκφράζοντας φόβους ότι οι φυλετικές διακρίσεις και η επιθετική επιτήρηση θα αμαυρώσουν τη διοργάνωση. Αντίστοιχα, στην περίπτωση της εθνικής ομάδας του Ιράν, αν και τελικά χορηγήθηκαν θεωρήσεις στους παίκτες, αποκλείστηκαν βασικά διοικητικά στελέχη, αναγκάζοντας την ομάδα να διαμείνει στην Tijuana του Μεξικού, μετακινούμενη στις ΗΠΑ μόνο για τις ημέρες των αγώνων.
Περιστατικά παρεμπόδισης αναφέρθηκαν και για άλλους αθλητές: ο επιθετικός του Ιράκ, Aymen Hussein, κρατήθηκε για επτά ώρες στο αεροδρόμιο O’Hare του Chicago, ενώ ο φωτογράφος της ομάδας, Talal Salah, τελικά δεν κατάφερε να εισέλθει στη χώρα. Αντιθέτως, ο Ελβετός Breel Embolo και ο Haiti Woodensky Pierre αντιμετώπισαν σοβαρά προβλήματα λόγω παλαιότερων καταδικών ή καθυστερήσεων, με τον Pierre να χάνει κρίσιμο φιλικό αγώνα.
Ο πρόεδρος της FIFA, Gianni Infantino, υπεραμύνθηκε της στάσης της ομοσπονδίας, δηλώνοντας πως η FIFA είναι ένας αθλητικός οργανισμός που δεν μπορεί να υποκαταστήσει τις εθνικές κυβερνήσεις και τις υπηρεσίες ασφαλείας, παρά τις προσπάθειες για εξεύρεση λύσεων. Ωστόσο, η συζήτηση για το αν μια χώρα που φιλοξενεί μια παγκόσμια διοργάνωση οφείλει να διασφαλίζει την απρόσκοπτη πρόσβαση συμμετεχόντων και φιλάθλων παραμένει ανοιχτή και εξαιρετικά κρίσιμη.