«Αν είναι να πεθάνω, ας πεθάνω στην πατρίδα μου». Με αυτά τα λόγια, η 33χρονη Thokozani Mphola περιγράφει την αγωνιώδη απόφασή της να εγκαταλείψει τη Νότια Αφρική, όπου εργαζόταν, για να σωθεί από το κύμα επιθέσεων κατά ξένων υπηκόων. Η ιστορία της δεν είναι μοναδική, καθώς η χώρα αντιμετωπίζει πλέον μια μαζική επιστροφή χιλιάδων πολιτών της, που αναγκάστηκαν να φύγουν μέσα σε συνθήκες βίας και απόλυτης ένδειας.

Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία, 6.936 Μαλαουιανοί έχουν ήδη επιστρέψει στην πατρίδα τους, καθώς η επιχείρηση επαναπατρισμού βρίσκεται σε πλήρη εξέλιξη, με την κυβέρνηση του Μαλάουι να εκτιμά ότι ο αριθμός των ανθρώπων που βρίσκονται σε δεινή θέση ανέρχεται σε 10.000. Από την πλευρά τους, οι αρχές της Νότιας Αφρικής δηλώνουν ότι 15.162 υπήκοοι του Μαλάουι έχουν ήδη υποβληθεί στις διαδικασίες απέλασης και επαναπατρισμού.

Για πολλούς, όπως η 27χρονη Janet Kapito, το όνειρο μιας καλύτερης ζωής κατέρρευσε βίαια. Έχοντας μεταναστεύσει το 2022 με σκοπό να αποταμιεύσει για το δικό της σπίτι στο Μαλάουι, η Kapito επέστρεψε με ένα οκτώ μηνών βρέφος, έχοντας χάσει ακόμη και τα λιγοστά υπάρχοντα που κατάφερε να πάρει μαζί της κατά τη διάρκεια του ταξιδιού της επιστροφής. Ανάλογη είναι και η περίπτωση του Idrissah Akilemu, ο οποίος είδε το σπίτι του στο Γιοχάνεσμπουργκ να γίνεται στάχτη κατά τη διάρκεια νυχτερινής επιδρομής. «Συνειδητοποίησα ότι αυτό ήταν πόλεμος, όχι διαδήλωση», ανέφερε χαρακτηριστικά ο ίδιος.
Η κατάσταση παραμένει εξαιρετικά κρίσιμη, με τους επιστρέφοντες να καταγγέλλουν ότι οι επιθέσεις εντείνονται συχνά κατά τις προεκλογικές περιόδους. Πολλοί από αυτούς, έχοντας δανειστεί χρήματα με υψηλά επιτόκια για να μεταναστεύσουν, καλούνται πλέον να επανενταχθούν σε μια τοπική αγορά εργασίας με υψηλά ποσοστά ανεργίας, έχοντας χάσει τα πάντα. Η 29η Ιουνίου 2026 αποτελεί ένα ορόσημο για μια ανθρωπιστική κρίση που συνεχίζει να ξεδιπλώνεται, καθώς το Μαλάουι προετοιμάζεται να υποδεχθεί χιλιάδες ακόμη πολίτες του τις επόμενες εβδομάδες.