Στα 2.295 ανήλθε ο αριθμός των κρουσμάτων ιλαράς στις ΗΠΑ για το τρέχον έτος, καταγράφοντας το υψηλότερο ετήσιο σύνολο από το 1991, σύμφωνα με τα στοιχεία του Πανεπιστημίου Johns Hopkins (JHU). Η ιλαρά, μια εξαιρετικά μεταδοτική ιογενής αναπνευστική νόσος, είχε κηρυχθεί εξαλειφθείσα στις ΗΠΑ το 2000, χάρη σε μια επιτυχημένη εκστρατεία μαζικού εμβολιασμού. Ωστόσο, τα περιστατικά σημείωσαν κατακόρυφη άνοδο, αυξανόμενα περισσότερο από οκτώ φορές σε σχέση με το 2024.
Σύμφωνα με την ενημέρωση του JHU την Τετάρτη, σχεδόν όλα τα αναφερόμενα κρούσματα αφορούν άτομα που δεν έχουν εμβολιαστεί ή των οποίων η κατάσταση εμβολιασμού παραμένει άγνωστη. Οι ειδικοί υπογραμμίζουν ότι τα αποτελέσματα αυτά είναι απόλυτα συμβατά με τις εκτιμήσεις πως οι δύο δόσεις του εμβολίου προσφέρουν προστασία στο 97% των εμβολιασθέντων. Η προηγούμενη φορά που τα εθνικά νούμερα λοιμώξεων ήταν υψηλότερα ήταν το 1991, όταν οι ΗΠΑ κατέγραψαν 9.643 κρούσματα, βάσει δεδομένων των Κέντρων Ελέγχου και Πρόληψης Νοσημάτων (CDC).
Οι μεγαλύτερες εστίες διασποράς για το τρέχον έτος εντοπίστηκαν στη Νότια Καρολίνα και τη Γιούτα, μετά από μια μεγάλη επιδημία που ξεκίνησε από το Δυτικό Τέξας το 2025 και εξαπλώθηκε στο γειτονικό Νέο Μεξικό και άλλες πολιτείες. «Αυτό μας δείχνει ότι υπήρξαν χρόνια ανεπαρκούς εμβολιασμού σε ορισμένες κοινότητες», ανέφερε στην Washington Post ο William Moss, καθηγητής επιδημιολογίας στη Σχολή Δημόσιας Υγείας Johns Hopkins Bloomberg. «Είναι ιδιαίτερα απογοητευτικό. Αντικατοπτρίζει την αδυναμία μας να σταματήσουμε τη μετάδοση του ιού της ιλαράς στη χώρα», συμπλήρωσε.
Ο υπουργός Υγείας των ΗΠΑ, Robert F. Kennedy Jr., αν και γνωστός για τις επιφυλάξεις του σχετικά με τα εμβόλια, συνέστησε τον εμβολιασμό (MMR) μετά την έξαρση στο Τέξας, τονίζοντας ωστόσο ότι η απόφαση παραμένει προσωπική. Στο ίδιο μήκος κύματος κινήθηκε και ο πρόεδρος Donald Trump, ο οποίος σε δηλώσεις του στο ABC News πέρυσι ανέφερε: «Το συνιστώ. Ναι… Το επιβάλλω; Όχι». Η διστακτικότητα απέναντι στα εμβόλια παρουσιάζει αυξητικές τάσεις στις ΗΠΑ και παγκοσμίως, με τους ειδικούς να αποδίδουν το φαινόμενο στη διασπορά παραπληροφόρησης κατά τη διάρκεια της πανδημίας Covid-19 και στις αντιδράσεις ενάντια στις υποχρεωτικότητες.