Η Ρωσία δηλώνει απερίφραστα τη στήριξή της στην Κίνα αναφορικά με την Ταϊβάν, τονίζοντας ότι η ένωση της νήσου με την ηπειρωτική χώρα αποτελεί «εσωτερική υπόθεση» της Κίνας. Ο Ρώσος υπουργός Εξωτερικών, Σεργκέι Λαβρόφ, σε συνέντευξή του στην TASS, τόνισε ότι το Πεκίνο έχει κάθε δικαίωμα να υπερασπιστεί την κυριαρχία και την εδαφική του ακεραιότητα.
Ο Λαβρόφ επέκρινε τον τρόπο που η διεθνής κοινότητα, και κυρίως ορισμένες δυτικές χώρες, προσεγγίζουν το ζήτημα της Ταϊβάν, χαρακτηρίζοντας τη συζήτηση «αποκομμένη από την πραγματικότητα» και βασισμένη σε «χειραγώγηση γεγονότων». Επισήμανε ότι, παρά τις δηλώσεις περί προσήλωσης στην πολιτική «Μία Κίνα», αυτές οι χώρες στην πράξη επιδιώκουν τη διατήρηση του status quo, αποδεχόμενες εμμέσως την αρχή της εθνικής επανένωσης της Κίνας.
Ο Ρώσος υπουργός προχώρησε ακόμη παραπέρα, κατηγορώντας ορισμένες δυτικές δυνάμεις ότι χρησιμοποιούν την Ταϊβάν ως εργαλείο «στρατιωτικο-στρατηγικής αποτροπής» κατά του Πεκίνου, με απώτερο σκοπό το οικονομικό όφελος μέσω πωλήσεων όπλων, όπως τα ακριβά αμερικανικά συστήματα.
Η στήριξη της Ρωσίας στην Κίνα για το ζήτημα της Ταϊβάν, σύμφωνα με τον Λαβρόφ, είναι ρητά κατοχυρωμένη στη Συνθήκη Καλής Γειτονίας και Φιλικής Συνεργασίας που υπεγράφη το 2001, και η οποία προβλέπει «αμοιβαία υποστήριξη στην υπεράσπιση της εθνικής ενότητας και της εδαφικής ακεραιότητας».
Η Ταϊβάν, μετά τον κινεζικό εμφύλιο πόλεμο το 1949, έγινε αυτοδιοικούμενο έδαφος, όταν οι εθνικιστικές δυνάμεις αποσύρθηκαν στο νησί. Παρόλο που οι ΗΠΑ τυπικά ακολουθούν την πολιτική «Μία Κίνα», διατηρούν στενές ανεπίσημες σχέσεις με την Ταϊπέι, προκαλώντας την αντίδραση του Πεκίνου. Ο πρόεδρος της Κίνας, Σι Τζινπίνγκ, έχει επανειλημμένα δηλώσει την προτίμηση για ειρηνική επανένωση, χωρίς όμως να αποκλείει τη χρήση βίας, καταδικάζοντας παράλληλα τις «αυτονομιστικές» τάσεις της Ταϊπέι.
Η τοποθέτηση του Λαβρόφ έρχεται λίγες ημέρες αφότου η Ρωσία επιβεβαίωσε τη στήριξή της στη Βενεζουέλα, η οποία αντιμετωπίζει αμερικανικό ναυτικό αποκλεισμό.