Η Δυτική Ευρώπη βιώνει έναν ακόμη καύσωνα ρεκόρ, με τον υδράργυρο να ξεπερνά τους 40 βαθμούς Κελσίου σε αρκετές χώρες. Η Γαλλία, το Ηνωμένο Βασίλειο, η Γερμανία και η Ελβετία κατέγραψαν τις υψηλότερες θερμοκρασίες του Ιουνίου στην ιστορία τους, γεγονός που έχει προκαλέσει σοβαρές αναταράξεις στις μεταφορές, την παραγωγή ενέργειας και τη βιομηχανική δραστηριότητα.
Οι συνθήκες αυτές πλήττουν καίρια την εύθραυστη ευρωπαϊκή οικονομία. Όπως επισημαίνει ο Carsten Brzeski, επικεφαλής μακροοικονομικής έρευνας της ING, οι καύσωνες δεν αποτελούν πλέον προσωρινά φαινόμενα, αλλά έναν διαρθρωτικό μακροοικονομικό κίνδυνο. «Τα θερμόμετρα έχουν γίνει δείκτες οικονομικής ανάπτυξης», προειδοποιεί ο ίδιος, τονίζοντας ότι η ακραία ζέστη συνιστά μια νέα απειλή για την ανάπτυξη της Ευρώπης.
Η παραγωγικότητα είναι το πρώτο θύμα, καθώς οι εργαζόμενοι σε τομείς όπως οι κατασκευές, η γεωργία και η εφοδιαστική αλυσίδα δυσκολεύονται να ανταπεξέλθουν. Σύμφωνα με την Allianz Trade, για κάθε επιπλέον βαθμό μεταξύ 30 και 35 βαθμών Κελσίου, η παραγωγικότητα μειώνεται κατά περίπου 1,30 δολάρια ανά ώρα. Ο Patrick Martin, επικεφαλής της γαλλικής εργοδοτικής ομοσπονδίας Medef, περιέγραψε εύστοχα την κατάσταση αναφέροντας ότι «η Γαλλία εργάζεται σε αργή κίνηση».
Παράλληλα, οι υποδομές «λιώνουν». Στη Γερμανία, αυτοκινητόδρομοι κοντά στο Βερολίνο και το Αμβούργο υπέστησαν ζημιές, ενώ στη Λειψία ανεστάλησαν τα δρομολόγια των τραμ. Αντίστοιχα προβλήματα αντιμετωπίζουν οι σιδηρόδρομοι στη Γαλλία και η Eurostar. Στον ποταμό Ρήνο, τα χαμηλά επίπεδα νερού περιορίζουν τη χωρητικότητα των πλοίων μεταφοράς εμπορευμάτων στο 25%-45%, προκαλώντας ελλείψεις και αυξήσεις στο κόστος καυσίμων και χημικών, πλήττοντας κολοσσούς όπως η BASF.
Η ενεργειακή κρίση περιπλέκεται περαιτέρω από την αυξημένη ζήτηση για κλιματισμό. Η απόδοση των ηλιακών πάνελ και των σταθμών ηλεκτροπαραγωγής με φυσικό αέριο μειώνεται, ενώ πυρηνικοί αντιδραστήρες στη Γαλλία και την Ελβετία, όπως της EDF και της Axpo, αναγκάζονται να μειώσουν την παραγωγή τους επειδή το νερό των ποταμών που χρησιμοποιείται για ψύξη είναι υπερβολικά θερμό. Την ίδια στιγμή, η εξάρτηση από το εισαγόμενο υγροποιημένο φυσικό αέριο των ΗΠΑ αφήνει την Ευρώπη εκτεθειμένη σε απότομες διακυμάνσεις τιμών, παρά τις συνεχιζόμενες εισαγωγές ρωσικού αερίου.
Οι επιπτώσεις περνούν και στα νοικοκυριά, με τον πληθωρισμό των τροφίμων να διογκώνεται λόγω της καταστροφής των σοδειών. Οι αναλυτές εκτιμούν ότι οι κλιματικές απώλειες θα μπορούσαν να αφαιρέσουν από 5% έως 7% από το σωρευτικό ΑΕΠ της Ευρωπαϊκής Ένωσης μεταξύ 2026 και 2030, με τη Γαλλία, την Ιταλία, τη Γερμανία και την Ισπανία να επωμίζονται το μεγαλύτερο οικονομικό βάρος.