Στις 28 Μαΐου 2026, η κυβέρνηση των ΗΠΑ ανακοίνωσε το σχέδιο για τη δημιουργία μιας μονάδας καραντίνας για τον ιό Έμπολα στην Κένυα, προοριζόμενη για Αμερικανούς πολίτες που είχαν εκτεθεί στον ιό στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό. Η εγκατάσταση 50 κλινών επρόκειτο να κατασκευαστεί στην αεροπορική βάση Laikipia, 125 μίλια βορειοδυτικά του Ναϊρόμπι, με τις ΗΠΑ να δεσμεύουν 13,5 εκατομμύρια δολάρια για το έργο.
Ωστόσο, η πρωτοβουλία προκάλεσε θύελλα αντιδράσεων από πολίτες, πολιτικούς, υπερασπιστές ανθρωπίνων δικαιωμάτων, την ιατρική ένωση και τον Δικηγορικό Σύλλογο της Κένυας. Οι κάτοικοι της πόλης Nanyuki, όπου ξεκίνησαν οι εργασίες, κατέβηκαν στους δρόμους εκφράζοντας φόβους για τη δημόσια υγεία. Οι δυνάμεις ασφαλείας χρησιμοποίησαν βία για να απωθήσουν τους διαδηλωτές που προσπάθησαν να προσεγγίσουν τη στρατιωτική εγκατάσταση.
Στις 29 Μαΐου, δικαστήριο της Κένυας εξέδωσε εντολή διακοπής των εργασιών. Στις 23 Ιουνίου, ο υπουργός Υγείας της Κένυας, Aden Duale, κρίθηκε ένοχος για περιφρόνηση του δικαστηρίου, καθώς δεν συμμορφώθηκε με τις εντολές αναστολής.
Ο δρ. Davji Bhimji Atellah, επικεφαλής της ένωσης ιατρών, κατήγγειλε την έλλειψη διαφάνειας, διερωτώμενος γιατί οι ΗΠΑ επέλεξαν την Κένυα αντί για τη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό, όπου εντοπίζεται η επιδημία. Από την πλευρά του, ο πρόεδρος του Δικηγορικού Συλλόγου της Κένυας, Charles Kanjama, έκανε λόγο για νεοαποικιοκρατία, σημειώνοντας πως είναι ακατανόητο οι ΗΠΑ να φοβούνται την εισαγωγή του ιού στο έδαφός τους, αλλά να εκθέτουν την Κένυα σε κίνδυνο.
Αναλυτές, όπως ο δρ. Bonface Mouka και η Mariah Muli, υπογραμμίζουν ότι η υπόθεση αυτή υπονομεύει την κυριαρχία της Κένυας. Τονίζουν ότι, παρά την ανάγκη για διεθνή συνεργασία στην υγεία, η παράκαμψη της δημόσιας διαβούλευσης και η επιβολή όρων από ξένες δυνάμεις μετατρέπουν μια κρίσιμη υποδομή σε πηγή πολιτικής και κοινωνικής έντασης.