Γεννημένος το 1981, την ίδια χρονιά που εμφανίστηκαν οι δίσκοι CD, πέρασα τη ζωή μου νιώθοντας ότι, όπως και εκείνοι, δεν ήμουν πάντα στη μόδα. Ως παιδί, το σωματικό μου βάρος αποτελούσε σημείο αναφοράς, όμως γρήγορα έμαθα ότι η ύπαρξή μου προκαλούσε δυσφορία στους άλλους. Από το δημοτικό, η κοινωνική ιεραρχία μου έδειξε ότι δεν ανήκω παντού, με τις επικριτικές παρατηρήσεις των γύρω μου να αφήνουν βαθιά σημάδια.

Σήμερα, η έννοια της «σωματικής ουδετερότητας» (body neutrality) έρχεται να αντικαταστήσει την επιβεβλημένη «σωματική θετικότητα». Σε αντίθεση με το κίνημα που επιζητά να αγαπάμε υποχρεωτικά κάθε πτυχή της εμφάνισής μας, η σωματική ουδετερότητα απομακρύνει την ιεραρχία. Το να δηλώνω «το σώμα μου είναι παχύ» είναι μια διαπίστωση τόσο απλή και ουδέτερη όσο το να πω «η μπάλα ντίσκο είναι λαμπερή» ή «το γρασίδι είναι πράσινο».
Όπως επισημαίνει και η επιστήμονας Dr Emma Beckett, το βάρος δεν καθορίζεται αποκλειστικά από την αυτοσυγκράτηση, καθώς γενετικοί, περιβαλλοντικοί και οικονομικοί παράγοντες παίζουν καθοριστικό ρόλο. Αποφασίζοντας να γράψω το βιβλίο «My Body is My Home», με εικονογράφηση της Beci Orpin (εκδόσεις Allen & Unwin), επιδίωξα να εισαγάγω αυτή την ουδέτερη γλώσσα στην ανατροφή των παιδιών μου.
Η διαφορά είναι εμφανής. Όταν ο εννιάχρονος γιος μου, χαϊδεύοντας τα μπράτσα μου, μου είπε αυθόρμητα ότι είναι «ιδανικά για αγκαλιές», ένιωσα τη ζημιά χρόνων να διαλύεται. Η αποδοχή του σώματος ως κάτι λειτουργικό και όχι ως αντικείμενο κριτικής είναι το κλειδί για να απαλλαγούμε από την ενοχή. Στο τέλος της ημέρας, όπως και τα CD, μπορεί να μην είμαστε πάντα στη μόδα, αλλά έχουμε τη θέση μας στον κόσμο.