Η φράση-κλειδί για την οικονομική επιτυχία της ταινίας The Devil Wears Prada 2 συνοψίζεται στην επιθετική στρατηγική των δημιουργών της. Καθώς η ταινία αποτελεί ένα σχόλιο για την επισφαλή οικονομική κατάσταση των σημερινών μέσων ενημέρωσης, η ίδια η παραγωγή αποδεικνύεται εξαιρετικά ειλικρινής σχετικά με τα οικονομικά της μεγέθη. Πριν από την πρεμιέρα στη Νέα Υόρκη, η Meryl Streep αποκάλυψε ότι αρχικά είχε απορρίψει τον ρόλο της Miranda Priestly στην πρώτη ταινία του 2006, σε μια προσπάθεια να διεκδικήσει υψηλότερη αμοιβή. Τότε, στα 56 της χρόνια, κατάλαβε ότι μπορούσε να διπλασιάσει την απαίτησή της, με τους παραγωγούς να δέχονται άμεσα.

Η τακτική της Meryl Streep απέδωσε καρπούς, καθώς η αρχική ταινία συγκέντρωσε εννέα φορές τα έσοδα του προϋπολογισμού των 35 εκατομμυρίων δολαρίων. Στη συνέχεια, ο πήχης ανέβηκε: το budget της δεύτερης ταινίας αγγίζει τα 100 εκατομμύρια δολάρια, με τις αμοιβές των ηθοποιών να απορροφούν σχεδόν το μισό ποσό. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα της Lady Gaga, η οποία για μια σύντομη εμφάνιση και ένα τραγούδι έλαβε 2,5 εκατομμύρια δολάρια. Η ταινία επενδύει επίσης σε στρατηγικές συνεργασίες με εταιρείες όπως η Dior, η Diet Coke, η Samsung και η Google, ενώ τα επίσημα εμπορεύματα πωλούνται ευρέως σε καταστήματα Walmart στις ΗΠΑ.

Παρά τις μεγάλες προσδοκίες, ορισμένες σκηνές που γυρίστηκαν τελικά κόπηκαν στο μοντάζ, όπως μια εμφάνιση της Sydney Sweeney. Αντίθετα, ο Kenneth Branagh εντυπωσιάζει σε έναν μικρό ρόλο, ενώ οι cameo εμφανίσεις προσωπικοτήτων όπως η Donatella Versace και η Tina Brown προσδίδουν κύρος στο εγχείρημα. Αν και αστέρες όπως ο Hugh Jackman και ο George Clooney απουσιάζουν από το τελικό μοντάζ, η ταινία αναμένεται να ξεπεράσει τα έσοδα της πρώτης εντός δεκαπενθημέρου, εκμεταλλευόμενη την ανανεωμένη επιθυμία του κοινού για κινηματογραφικές αίθουσες.


