Η έννοια της «ψυχολογίας του όχλου» δεν αποτελεί απλώς μια θεωρητική προσέγγιση, αλλά μια ζωντανή πραγματικότητα που έχει τις ρίζες της βαθιά στην ανθρώπινη φύση. Όπως αναλύει ο Ed Coper στο βιβλίο του «Angertainment», η οργή λειτουργεί σαν ιός, εξαπλούμενος με ταχύτητα σε ομάδες ανθρώπων που νιώθουν εγκλωβισμένοι ή απειλούμενοι. Η εμπειρία του συγγραφέα στις διαδηλώσεις του Μαΐου του 2000 στο Λονδίνο είναι χαρακτηριστική: μια ειρηνική διαμαρτυρία μετατράπηκε σε σκηνικό βίας όταν η αστυνομία παρενέβη με έφιππες δυνάμεις, προκαλώντας μια πρωτόγονη αντίδραση επιβίωσης.

Όταν το άτομο εντάσσεται σε μια μάζα, ο ορθολογικός εγκέφαλος συχνά «παραμερίζεται» από την αμυγδαλή, την περιοχή που διαχειρίζεται τα ένστικτα. Αυτή η διαδικασία, που ο κοινωνιολόγος Gustave Le Bon ονόμασε «συλλογικό νου» ήδη από την εποχή της Παρισινής Κομμούνας το 1871, επιτρέπει σε φυσιολογικούς ανθρώπους να διαπράττουν πράξεις που υπό κανονικές συνθήκες θα αποδοκίμαζαν. Το ίδιο φαινόμενο παρατηρούμε σήμερα στο διαδίκτυο. Η ανωνυμία των μέσων κοινωνικής δικτύωσης καταργεί τους κοινωνικούς περιορισμούς, καθιστώντας την «ηθική οργή» ένα εξαιρετικά μεταδοτικό και «ικανοποιητικό» συναίσθημα για όσους συμμετέχουν σε ψηφιακές επιθέσεις.

Αν και η συλλογική συναισθηματική ενέργεια —αυτό που ο Émile Durkheim ονόμασε «συλλογική αναβρασμό»— μπορεί να λειτουργήσει ενωτικά και να οδηγήσει σε κοινωνική δικαιοσύνη, όπως φάνηκε στις κινητοποιήσεις στη Χιλή το 2019, η σύγχρονη βιομηχανία του «angertainment» εκμεταλλεύεται αυτά τα ένστικτα. Αντί να ενώνει, το περιεχόμενο που βασίζεται στην πρόκληση οργής διχάζει, χρησιμοποιώντας την ανθρώπινη τάση για ταύτιση με την ομάδα ως εργαλείο πόλωσης.