Όταν η κόρη της Daisy Fancourt, Daphne, γεννήθηκε πρόωρα και χρειάστηκε να παραμείνει σε θερμοκοιτίδα παλεύοντας με σοβαρές λοιμώξεις, η ίδια βρήκε καταφύγιο στη μουσική. Φορώντας πλήρη προστατευτικό εξοπλισμό, η καθηγήτρια ψυχοβιολογίας και επιδημιολογίας στο University College London τραγουδούσε νανουρίσματα στο μωρό της, προσφέροντάς του ηρεμία. Οι μελέτες επιβεβαιώνουν ότι το τραγούδι σε βρέφη υπό εντατική παρακολούθηση μειώνει τον καρδιακό ρυθμό, βελτιώνει την αναπνοή και ενισχύει τη σίτιση.
Αυτή η προσωπική εμπειρία αποτέλεσε την αφετηρία για το νέο βιβλίο της Fancourt, με τίτλο «Art Cure», όπου αναλύει πώς οι τέχνες –από τη μουσική και το θέατρο έως τη ζωγραφική– δεν αποτελούν απλώς μια αισθητική απόλαυση, αλλά είναι άρρηκτα συνδεδεμένες με τη σωματική και ψυχική μας υγεία. Σε μια εποχή που η χρηματοδότηση για τον πολιτισμό μειώνεται, το μήνυμά της κρίνεται επιτακτικό.
Η Fancourt προτείνει μια καινοτόμο προσέγγιση: τη διάσπαση της τέχνης σε «ενεργά συστατικά». Όπως εξηγεί, η τέχνη μπορεί να λειτουργήσει όπως ένα κοκτέιλ φαρμάκων, με συγκεκριμένους μηχανισμούς που μειώνουν το στρες, ανακουφίζουν από τον χρόνιο πόνο ή βελτιώνουν τον συντονισμό σε ασθενείς με Parkinson. Παράλληλα, καταρρίπτει μύθους, διευκρινίζοντας ότι η τέχνη δεν αντικαθιστά την κλασική ιατρική, αλλά λειτουργεί υποστηρικτικά, επηρεάζοντας από την έκφραση των γονιδίων έως την τόνωση της αυτοεκτίμησης.
Τα οικονομικά οφέλη της τέχνης είναι εξίσου εντυπωσιακά. Σύμφωνα με τα στοιχεία, η τακτική ενασχόληση με καλλιτεχνικές δραστηριότητες θα μπορούσε να επιφέρει οφέλη αντίστοιχα με μια αύξηση μισθού 1.500 λιρών, ενώ η καθυστέρηση της εμφάνισης άνοιας θα μπορούσε να εξοικονομήσει στο NHS και τις κοινωνικές υπηρεσίες έως και 1,5 δισεκατομμύριο λίρες ετησίως.
Ωστόσο, η συγγραφέας προειδοποιεί: «Ολισθαίνουμε σε μια κατάσταση καλλιτεχνικής παθητικότητας». Ενώ το 2022 η χρηματοδότηση για τις τέχνες στα σχολεία του Ηνωμένου Βασιλείου ήταν μόλις 9,40 λίρες ανά μαθητή, η κοινωνία τείνει να αντιμετωπίζει την τέχνη ως κάτι αναλώσιμο. Το «Art Cure» μας καλεί να αναθεωρήσουμε τη σχέση μας με τη φροντίδα υγείας, αναγνωρίζοντας ότι η δημιουργικότητα και το νόημα που δίνουμε στη ζωή μας διαμορφώνουν τη βιολογία μας εξίσου δυναμικά με οποιοδήποτε φαρμακευτικό σκεύασμα.