Στην εφηβεία μου, η σχέση μου με τα βιντεοπαιχνίδια ήταν ιδιαίτερα περίπλοκη. Αν και μεγάλωσα λατρεύοντας τους τίτλους της Nintendo, όπως το Super Mario 64, η ενηλικίωσή μου στις αρχές της δεκαετίας του 2000 με οδήγησε σε μια πνευματική αναζήτηση, όπου τα παιχνίδια φάνταζαν στα μάτια μου επιφανειακά ή βίαια. Προκειμένου να δικαιολογήσω την ενασχόλησή μου με αυτά, άρχισα να αναλύω υπερβολικά τίτλους όπως τα Deus Ex, Metal Gear Solid και Fallout, νιώθοντας ντροπή για την παιδική μου αγάπη για τον κόσμο της Nintendo.
Όλα άλλαξαν όταν ξεκίνησα να παίζω το The Legend of Zelda: The Wind Waker, το οποίο κυκλοφόρησε το 2003. Αρχικά το είχα απορρίψει λόγω του καρτουνίστικου εικαστικού του στυλ, καθώς εκείνη την εποχή η βιομηχανία προωθούσε τον ρεαλισμό και τη σκοτεινή θεματολογία, με τίτλους όπως τα Call of Duty και Grand Theft Auto να κυριαρχούν. Ωστόσο, στην ηλικία των 17 ετών, το The Wind Waker λειτούργησε ως γέφυρα επιστροφής στην αυθεντική χαρά. Μέσα από τον χαρακτήρα του Link, κατάλαβα ότι το παιχνίδι δεν είναι κάτι που ξεπερνάς μεγαλώνοντας, αλλά μια ουσιαστική ανάγκη.
Η ενασχόληση με τα βιντεοπαιχνίδια μου δίδαξε ότι το να διατηρείς την ικανότητα να παίζεις αποτελεί μια στρατηγική επιβίωσης σε έναν κόσμο που απαιτεί συνεχή παραγωγικότητα. Στην ενήλικη ζωή, ειδικά για τις γυναίκες, υπάρχει η διαρκής πίεση τα πάντα να έχουν έναν σκοπό αυτοβελτίωσης. Αντίθετα, η διασκέδαση είναι σημαντική από μόνη της. Η διατήρηση του παιχνιδιού στη ζωή μου με βοήθησε να γίνω καλύτερος γονέας, να διαχειριστώ το πένθος και να παραμείνω ανοιχτός σε νέες εμπειρίες. Το να οργανώνεις τη ζωή σου γύρω από τη χαρά δεν είναι κακό, είναι ζωτικό.