Η Κίνα βρίσκεται αντιμέτωπη με μια μεγάλη πρόκληση: να διατηρήσει τους υφιστάμενους πελάτες της στην αγορά των αμυντικών συστημάτων, καθώς ο ανταγωνισμός από τη Ρωσία εντείνεται. Σύμφωνα με νέα έκθεση του Takshashila Institution από το Bengaluru, η αξιολόγηση των κινεζικών όπλων δεν πρέπει να γίνεται ισοπεδωτικά, καθώς η ποιότητά τους ποικίλλει ανάλογα με το πεδίο χρήσης. Ωστόσο, σοβαρά ζητήματα αξιοπιστίας και η έλλειψη ολοκληρωμένης υποστήριξης μετά την πώληση παραμένουν τα «αγκάθια» που υπονομεύουν τη θέση του Πεκίνου.
Ενώ συστήματα όπως τα μαχητικά J-10C που χρησιμοποίησε το Πακιστάν σε σύγκρουση με την Ινδία τον Μάιο του 2025 έχουν προσφέρει μια μορφή επιχειρησιακής επικύρωσης, άλλα περιστατικά δημιουργούν ερωτηματικά. Στη Βενεζουέλα, τα κινεζικά ραντάρ απέτυχαν να εντοπίσουν αμερικανικά αεροσκάφη κατά την επιχείρηση σύλληψης του Nicolas Maduro τον Ιανουάριο. Παράλληλα, συστήματα όπως το άρμα μάχης Norinco VT-4 και τα μη επανδρωμένα αεροσκάφη CASC CH-4B έχουν εμφανίσει επαναλαμβανόμενες αστοχίες. Για παράδειγμα, το Ιράκ αναγκάστηκε να καθηλώσει τον στόλο των CH-4B λόγω έλλειψης ανταλλακτικών, ενώ η Ιορδανία πούλησε τα δικά της drone μόλις τρία χρόνια μετά την αγορά τους.
Η κατάσταση αυτή ωθεί χώρες όπως η Κένυα και η Νιγηρία να στρέφονται προς άλλους κατασκευαστές. Αν και η Σαουδική Αραβία επενδύει στη δημιουργία μονάδας παραγωγής για τα Wing Loong στη Jeddah, το μέλλον της Κίνας ως εξαγωγέα εξαρτάται από το αν θα καταφέρει να βελτιώσει το μοντέλο υπηρεσιών της μέχρι το 2030. Όπως επισημαίνει ο Denis Simon του Quincy Institute, αν και το Πεκίνο προσφέρει πιο προσιτές και γρήγορες λύσεις, υπολείπεται των ΗΠΑ και των Ευρωπαίων σε θέματα εκπαίδευσης, αναβαθμίσεων και υποστήριξης καθ’ όλη τη διάρκεια ζωής του οπλικού συστήματος.