Οι εξαγωγές κινεζικών ηλιακών συστημάτων κατέγραψαν πρωτοφανή άνοδο τον Μάρτιο, διπλασιάζοντας τον όγκο τους και φτάνοντας σε επίπεδα ρεκόρ, καθώς η ζήτηση ενισχύθηκε σε δεκάδες αγορές παγκοσμίως. Αυτή η ξαφνική αύξηση της κινεζικής ηλιακής ενέργειας αποτελεί άμεση απόκριση των παγκόσμιων ενεργειακών δικτύων στις αναζωπυρωμένες γεωπολιτικές εντάσεις στη Μέση Ανατολή και στον διπλό αποκλεισμό των Στενών του Ορμούζ από το Ιράν και τις ΗΠΑ.
Η περιοχή του Περσικού Κόλπου, ένας κρίσιμος κόμβος για τη μεταφορά πετρελαίου και φυσικού αερίου, βρίσκεται στο επίκεντρο της πίεσης μετά τις στρατιωτικές επιθέσεις των ΗΠΑ και του Ισραήλ κατά του Ιράν στις 28 Φεβρουαρίου. Η επακόλουθη ενεργειακή κρίση έχει προκαλέσει σοβαρά οικονομικά προβλήματα σε χώρες όπως η Ινδία και άλλα αναδυόμενα κράτη, όπου το υψηλό κόστος των καυσίμων έχει εκτοξεύσει τον πληθωρισμό.
Σύμφωνα με στοιχεία από την εταιρεία ανάλυσης Ember με έδρα το Λονδίνο, η Κίνα εξήγαγε 68 γιγαβάτ ηλιακών πάνελ, κυψελών και πλακιδίων τον Μάρτιο. Το μέγεθος της αύξησης είναι εντυπωσιακό, καθώς ο μηνιαίος όγκος ξεπερνά το προηγούμενο ρεκόρ του Αυγούστου 2025 κατά σχεδόν 50%. Τουλάχιστον 50 χώρες κατέγραψαν ιστορικά υψηλά στις εισαγωγές τους, με την Αφρική, την Ασία, την Ιαπωνία, την Αυστραλία και την Ευρωπαϊκή Ένωση να βρίσκονται σε τροχιά ραγδαίας επέκτασης των υποδομών τους.
Όπως επισημαίνει ο David Zhang από την εταιρεία ανάλυσης Trivium China, η κίνηση αυτή συνδυάζει βραχυπρόθεσμες προσαρμογές λόγω φορολογικών αλλαγών, αλλά και μια βαθύτερη στρατηγική στροφή. Τα κράτη επιδιώκουν πλέον την ενεργειακή τους θωράκιση, επωφελούμενα από το χαμηλό κόστος της ηλιακής τεχνολογίας, η οποία είναι λιγότερο ευάλωτη στις διακυμάνσεις των τιμών των καυσίμων. Παρά τις εμπορικές τριβές με τις ΗΠΑ και την Ευρωπαϊκή Ένωση, που κατηγορούν την Κίνα για επιδοτούμενη υπερπαραγωγή, η κινεζική βιομηχανία παραμένει ο κεντρικός πυλώνας της παγκόσμιας εφοδιαστικής αλυσίδας, ελέγχοντας πάνω από το 80% της παραγωγής ηλιακών εξαρτημάτων. Το μεγάλο στοίχημα πλέον για τις χώρες-εισαγωγείς δεν είναι μόνο η προμήθεια του εξοπλισμού, αλλά η ταχύτητα με την οποία μπορούν να αναπτύξουν τα δίκτυα και τα συστήματα χρηματοδότησης που απαιτούνται για να ενσωματώσουν αυτή την ενέργεια.