Στις 13 Ιουλίου, περισσότεροι από 200 κορυφαίοι οικονομολόγοι και ερευνητές, ανάμεσά τους 16 νομπελίστες, υπέγραψαν μια ανοιχτή επιστολή που οργανώθηκε από το Stanford Digital Economy Lab. Το μήνυμά τους ήταν ξεκάθαρο: η τεχνητή νοημοσύνη ενδέχεται να πυροδοτήσει έναν οικονομικό μετασχηματισμό μεγαλύτερο από τη Βιομηχανική Επανάσταση, μέσα σε πολύ μικρότερο χρονικό διάστημα, και οφείλουμε να δράσουμε άμεσα για να δημιουργήσουμε τους κατάλληλους θεσμούς διαχείρισης.
Ωστόσο, όταν εξετάζει κανείς τη λίστα των υπογραφόντων, η εικόνα διαφοροποιείται. Τέσσερις στους πέντε προέρχονται από τις Ηνωμένες Πολιτείες και τον Καναδά, ενώ οι υπόλοιποι σχεδόν αποκλειστικά από την Ευρώπη. Δεν υπάρχει ούτε ένα όνομα από την Κίνα. Αυτή η παράλειψη είναι κρίσιμη, καθώς η Κίνα φιλοξενεί περίπου το μισό της παγκόσμιας ανάπτυξης μοντέλων τεχνητής νοημοσύνης και παρουσιάζει ίσως τον ταχύτερο ρυθμό υιοθέτησης της τεχνολογίας παγκοσμίως. Είναι σαν να μελετάμε τη Βιομηχανική Επανάσταση αγνοώντας τη χώρα με τα περισσότερα εργοστάσια.
Το κενό πληροφόρησης είναι διπλό. Αρχικά, αφορά τα ίδια τα μοντέλα: επιχειρήσεις όπως η DoorDash, η Siemens και η Airbnb χρησιμοποιούν ήδη κινεζικά μοντέλα από την DeepSeek, τη Zhipu AI και την Moonshot AI, συχνά αντί για τις αμερικανικές εκδοχές τους, λόγω κόστους και ευκολίας. Το νέο μοντέλο Kimi K3 της Moonshot AI ανταγωνίζεται πλέον ευθέως τα κορυφαία αμερικανικά συστήματα.
Το δεύτερο σκέλος αφορά τον κοινωνικό αντίκτυπο. Ενώ στη Δύση συζητάμε για απολύσεις λόγω τεχνητής νοημοσύνης, στην Κίνα τα δεδομένα είναι διαφορετικά. Χαρακτηριστικό είναι ότι κινεζικό δικαστήριο επιδίκασε πρόσφατα 260.000 γουάν (38.400 δολάρια ΗΠΑ) σε εργαζόμενο που απολύθηκε επειδή η εταιρεία θεώρησε ότι η τεχνητή νοημοσύνη μπορούσε να κάνει τη δουλειά του, στέλνοντας μήνυμα ότι οι εργαζόμενοι δεν πρέπει να επωμίζονται το κόστος του τεχνολογικού εκσυγχρονισμού.
Οι γεωπολιτικές αποστάσεις μεγαλώνουν, καθώς λιγότεροι από 2.000 Αμερικανοί σπουδάζουν πλέον στην Κίνα ετησίως, έναντι 11.000 πριν την πανδημία, ενώ το γλωσσικό εμπόδιο καθιστά την έρευνα και τον δημόσιο διάλογο της Κίνας απρόσιτο για τους δυτικούς ερευνητές. Η λύση, κατά τους συντάκτες της ανάλυσης, είναι η δημιουργία ουδέτερων ερευνητικών χώρων στα πανεπιστήμια που θα λειτουργούν ως γέφυρες. Οποιαδήποτε σοβαρή προσπάθεια μέτρησης του οικονομικού αποτυπώματος της τεχνητής νοημοσύνης πρέπει να περιλαμβάνει τη συμμετοχή και τα δεδομένα της Κίνας, διαφορετικά ο διάλογος στερείται ουσίας.