Η στρατηγική πίεσης προς τη Βόρεια Κορέα με βάση το μοντέλο του Ιράν δεν αποδίδει, και ίσως είναι και επικίνδυνη. Μετά τα πρόσφατα χτυπήματα των ΗΠΑ στο Ιράν, η Πιονγιάνγκ όχι μόνο δεν έδειξε διάθεση για υποχώρηση ή συζήτηση περί αποπυρηνικοποίησης, αλλά αντίθετα, ενίσχυσε την αποτροπή της. Με περίπου 50 πυρηνικές κεφαλές στο οπλοστάσιό της, η Βόρεια Κορέα καθιστά την άσκηση στρατιωτικής πίεσης μια εξαιρετικά αβέβαιη υπόθεση.
Η κορεατική χερσόνησος αποτελεί ένα κρίσιμο σταυροδρόμι όπου συγκρούονται τα συμφέροντα των ΗΠΑ, της Κίνας και της Ρωσίας. Μια ενδεχόμενη κλιμάκωση της σύγκρουσης θα ήταν αδύνατο να περιοριστεί, ειδικά καθώς η συνεργασία της Βόρειας Κορέας με τη Ρωσία εντείνεται, προκαλώντας νέα δεδομένα ασφαλείας. Οι συνταγματικές αλλαγές στην Πιονγιάνγκ, που καταργούν τις αναφορές στην «εθνική επανένωση», δείχνουν ότι το καθεστώς αποδέχεται πλέον μια μακροχρόνια, αν και ασταθή, συνύπαρξη.
Η πραγματικότητα είναι ότι η επιβολή 11 γύρων κυρώσεων από τα Ηνωμένα Έθνη και εκατοντάδων μονομερών κυρώσεων από τις ΗΠΑ δεν σταμάτησε την εξέλιξη του πυρηνικού προγράμματος. Το πρόβλημα δεν είναι απλώς η ύπαρξη όπλων, αλλά η πεποίθηση της Βόρειας Κορέας ότι αυτά είναι απαραίτητα για την επιβίωση του καθεστώτος. Υπό αυτό το πρίσμα, η προσέγγιση της Σεούλ για μια «κορεατική χερσόνησο χωρίς πόλεμο και πυρηνικά» μέσω της μείωσης των εντάσεων και της αποκατάστασης διαύλων επικοινωνίας φαίνεται πιο ρεαλιστική. Ακόμη και διπλωμάτες όπως ο Wang Yi έχουν δείξει ότι το Πεκίνο προτιμά τη διαχειρίσιμη σταθερότητα παρά μια ξαφνική κατάρρευση ή έκρηξη στην περιοχή. Τελικά, η ειρήνη στη χερσόνησο δεν είναι πλέον ιδεαλισμός, αλλά στρατηγική αναγκαιότητα στην πυρηνική εποχή.