Ποιος θα περίμενε ότι μέσα σε μόλις 100 ημέρες ο κόσμος μας θα άλλαζε τόσο δραματικά; Ο πόλεμος των ΗΠΑ και του Ισραήλ κατά του Ιράν —μια επιλογή που αποδεικνύεται καταστροφική— έχει ανατρέψει πλήρως τις παγκόσμιες οικονομικές, στρατιωτικές και πολιτικές ισορροπίες, και σίγουρα όχι προς όφελος της Αμερικής.
Όπως σημειώνει ο Ian Bremmer, ιδρυτής του Eurasia Group, ο πόλεμος του Donald Trump στο Ιράν υποτίθεται πως θα εξέπεμπε αμερικανική ισχύ, αλλά τελικά πέτυχε το ακριβώς αντίθετο. Η αξιοπιστία των ΗΠΑ δεν θεωρείται πλέον δεδομένη, και η μείωση της εξάρτησης από την Ουάσινγκτον έχει πάψει να είναι πολυτέλεια και έχει γίνει επιτακτική ανάγκη. Τα στοιχεία μιλούν από μόνα τους: σύμφωνα με το Brookings Institution, το 56% των Αμερικανών πιστεύει ότι ο πόλεμος είχε αρνητικές επιπτώσεις για τα συμφέροντα της χώρας τους.
Η εικόνα των ΗΠΑ διεθνώς έχει υποστεί καθίζηση. Σε έρευνα του Pew Research, το 88% των Μεξικανών, το 79% των Καναδών και πάνω από το 80% των ερωτηθέντων σε χώρες όπως η Σουηδία, η Γερμανία και η Τουρκία, δήλωσαν πως δεν εμπιστεύονται τον Donald Trump στη διαχείριση των παγκόσμιων υποθέσεων. Μάλιστα, σύμφωνα με το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, μόλις το 11% των Ευρωπαίων θεωρεί πλέον τις ΗΠΑ αξιόπιστο σύμμαχο. Την ίδια στιγμή, η Κίνα κερδίζει έδαφος χωρίς να χρειαστεί να κάνει το παραμικρό, με την Ipsos να καταγράφει ότι πλέον περισσότεροι άνθρωποι θεωρούν πως το Πεκίνο θα έχει θετικό αντίκτυπο στις παγκόσμιες υποθέσεις την επόμενη δεκαετία.
Το στρατιωτικό σκέλος του πολέμου ανέδειξε μια επώδυνη πραγματικότητα: τα πανάκριβα πύραυλοι Patriot αξίας εκατομμυρίων δολαρίων εξουδετερώθηκαν από drones Shahed των 30.000 δολαρίων. Επιπλέον, οι επιθέσεις σε περίπου 80 ενεργειακές εγκαταστάσεις που προκλήθηκαν από ιρανικά πλήγματα θα κοστίσουν περίπου 60 δισεκατομμύρια δολάρια και θα απαιτήσουν έως και πέντε χρόνια για να αποκατασταθούν. Παρά τα 890 δισεκατομμύρια δολάρια που δαπανώνται καθημερινά, η στρατιωτική κυριαρχία των ΗΠΑ φαίνεται να παραπαίει, ενώ ο προϋπολογισμός του Πενταγώνου οδεύει προς το ιστορικό ρεκόρ των 1,5 τρισεκατομμυρίων δολαρίων, την ώρα που το εθνικό χρέος έχει ξεπεράσει τα 39 τρισεκατομμύρια.