Η αναμονή για το The Devil Wears Prada 2 συνοδεύεται από μια αίσθηση μελαγχολίας, παρά τις προσδοκίες για ένα κινηματογραφικό αριστούργημα. Το γεγονός ότι η ταινία εστιάζει στον κόσμο των γυαλιστερών περιοδικών, σε μια εποχή που οι έντυπες εκδόσεις παρακμάζουν και οι κινηματογραφικές αίθουσες δυσκολεύονται να προσελκύσουν κοινό, δημιουργεί έναν προβληματισμό. Η απόφαση των παραγωγών να ανακοινώσουν μια συνεργασία με τα Starbucks, το 2026, ενισχύει την εικόνα μιας νοσταλγίας που μοιάζει αποκομμένη από την πραγματικότητα.

Οι πελάτες των Starbucks έχουν πλέον τη δυνατότητα να παραγγέλνουν ροφήματα εμπνευσμένα από τους χαρακτήρες της ταινίας, όπως το ρόφημα της Miranda ή το καπουτσίνο της Andy. Ωστόσο, η κίνηση αυτή φαντάζει αμήχανη. Ενώ πριν από είκοσι χρόνια τα Starbucks αντιπροσώπευαν μια αναβαθμισμένη εμπειρία, σήμερα η αλυσίδα έχει χάσει την αίγλη της, έχοντας μετατραπεί σε μια επιχείρηση που συχνά επικρίνεται για την ποιότητα των προϊόντων της και τις υποδομές της.

Ίσως το The Devil Wears Prada 2 να μην είναι απλώς μια ταινία, αλλά ένα εγχείρημα απόδρασης στο παρελθόν. Σε μια εποχή πριν από το Brexit και την εποχή του Trump, το κοινό αναπολεί μια περίοδο οικονομικής σταθερότητας, όπου η ανάγνωση ενός περιοδικού Vogue και η κατανάλωση ενός καφέ αποτελούσαν σύμβολα μιας ανέμελης καθημερινότητας. Αν και είναι εύκολο να νιώθει κανείς νοσταλγία για τα μέσα της δεκαετίας του 2000, η σύνδεση μιας νέας ταινίας με ένα brand που δεν διαθέτει πλέον την ίδια δυναμική, εγείρει ερωτήματα για τη σκοπιμότητα της στρατηγικής αυτής.