Η φετινή άσκηση Rimpac, που πραγματοποιήθηκε γύρω από τη Χαβάη, έδειξε ένα εντελώς νέο επίπεδο τεχνολογικής ενοποίησης ανάμεσα στις συμμαχικές δυνάμεις, με το βλέμμα στραμμένο στην αποτροπή της Κίνας. Πρόκειται για τη μεγαλύτερη ναυτική άσκηση στον κόσμο, η οποία διεξήχθη από τις 24 Ιουνίου έως τις 31 Ιουλίου, συγκεντρώνοντας δυνάμεις από 30 χώρες.
Οι σύμμαχοι, ανάμεσά τους η Ιαπωνία, η Νότια Κορέα, η Αυστραλία, ο Καναδάς, η Χιλή και η Ισπανία, συνεργάστηκαν στενά με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Στα πλαίσια των δοκιμών, οι συμμετέχοντες βύθισαν δύο παροπλισμένα πολεμικά πλοία, το USS Mobile Bay και το USS Peleliu, δοκιμάζοντας την ικανότητά τους να εντοπίζουν, να παρακολουθούν και να χτυπούν στόχους μέσω ενός κοινού ψηφιακού δικτύου. Στα πυρά συμμετείχαν από ιαπωνικούς πυραύλους εδάφους-πλοίου Type 12 μέχρι αμερικανικά επιθετικά υποβρύχια και ελικόπτερα Apache.
Ιδιαίτερη αίσθηση προκάλεσε η χρήση μη επανδρωμένων σκαφών, τα οποία αναλαμβάνουν πλέον ρόλους αναγνώρισης αλλά και επιμελητείας, όπως η ανεφοδιαστική υποστήριξη πλοίων εν κινήσει, κάτι που δοκιμάστηκε με το σκάφος Typhoon της Splash Industries στο USS Essex. Σύμφωνα με αναλυτές, όπως ο Sebastian Maslow από το Πανεπιστήμιο του Τόκιο, η άσκηση αυτή αναδεικνύει την ανάγκη για βαθύτερη ενσωμάτωση νέων τεχνολογιών ώστε να διατηρηθεί η αποτρεπτική ισχύς απέναντι στις κινεζικές δυνατότητες.
Παράλληλα, η Rimpac έδωσε ηγετικό ρόλο σε συμμάχους: ο υποναύαρχος In-ho Kim από τη Νότια Κορέα έγινε ο πρώτος αξιωματικός από ασιατική χώρα που ηγήθηκε της πολυεθνικής ναυτικής δύναμης, ενώ σημαντικούς ρόλους ανέλαβαν επίσης αξιωματικοί από τον Καναδά, την Ιαπωνία και τη Χιλή. Η επιτυχία της άσκησης υπογραμμίζει ένα επίπεδο εμπιστοσύνης και διαλειτουργικότητας που, όπως τονίζουν ειδικοί, αποτελεί το ισχυρό χαρτί της Ουάσιγκτον απέναντι στο Πεκίνο.