Ο πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών, Donald Trump, αναζωπυρώνει τη ρητορική του σχετικά με τις εκλογές του 2020, στρέφοντας αυτή τη φορά το βλέμμα του στην Κίνα. Σε τηλεοπτικό του διάγγελμα την Πέμπτη, ισχυρίστηκε ότι νέα, αποχαρακτηρισμένα έγγραφα των μυστικών υπηρεσιών αποδεικνύουν ξένη παρέμβαση στην εκλογική διαδικασία, κατηγορώντας το Πεκίνο ότι επιχείρησε να «χειραγωγήσει» την ψήφο.

Ο Trump υποστήριξε συγκεκριμένα ότι η Κίνα συγκέντρωσε παράνομα αρχεία 220 εκατομμυρίων ψηφοφόρων, κάνοντας λόγο για τη μεγαλύτερη παραβίαση εκλογικών δεδομένων στην ιστορία. Ωστόσο, η πραγματικότητα που περιγράφουν οι αμερικανικές υπηρεσίες πληροφοριών παραμένει διαφορετική. Έκθεση του 2021, υπό τον τότε διευθυντή εθνικών πληροφοριών John Ratcliffe, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι, αν και η Κίνα αναζητούσε πληροφορίες για τους ψηφοφόρους από το 2008, δεν υπήρξε προσπάθεια αλλοίωσης των αποτελεσμάτων.
Η κίνηση αυτή του Trump έρχεται σε μια κρίσιμη συγκυρία, καθώς ο ίδιος προωθεί τον νόμο SAVE America Act, ο οποίος επιβάλλει αυστηρούς ελέγχους ταυτοποίησης στους ψηφοφόρους, ενώ τον Σεπτέμβριο αναμένεται να συναντηθεί με τον Κινέζο πρόεδρο Xi Jinping. Από την πλευρά του, το Πεκίνο, μέσω εκπροσώπου της κινεζικής πρεσβείας στις ΗΠΑ, Liu Chang, διέψευσε κατηγορηματικά τις καταγγελίες, τονίζοντας ότι η Κίνα δεν παρεμβαίνει ποτέ σε εσωτερικά ζητήματα άλλων κρατών.

Την ίδια στιγμή, πολιτικοί αντίπαλοι, όπως ο γερουσιαστής των Δημοκρατικών Mark Warner, κατήγγειλαν τον πρόεδρο ότι διασπείρει παραπλανητικές πληροφορίες ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών του Νοεμβρίου. Υπενθυμίζεται ότι οι επίσημες έρευνες των αμερικανικών υπηρεσιών το 2021 είχαν επιβεβαιώσει πως η μόνη χώρα που είχε εγκρίνει οργανωμένες επιχειρήσεις επιρροής με στόχο την υπονόμευση της εμπιστοσύνης στην εκλογική διαδικασία ήταν η Ρωσία του Vladimir Putin, ενώ περιορισμένη δραστηριότητα είχαν παρουσιάσει το Ιράν, η Κούβα, η Βενεζουέλα και η Χεζμπολάχ από τον Λίβανο.