Σε μια κίνηση που σηματοδοτεί την πλήρη αλλαγή πλεύσης στην ακαδημαϊκή πολιτική των ΗΠΑ, το Εθνικό Ίδρυμα Επιστημών (NSF) ανακοίνωσε ότι διακόπτει κάθε χρηματοδότηση για ερευνητικά προγράμματα που περιλαμβάνουν συνεργασίες με κινεζικά ιδρύματα. Η απόφαση αυτή, η οποία αναμένεται να τεθεί σε πλήρη εφαρμογή για το οικονομικό έτος 2027, βάζει στο «κόκκινο» οντότητες που περιλαμβάνονται στις λίστες περιορισμένων μερών των ΗΠΑ, απαγορεύοντας ουσιαστικά στους ερευνητές που λαμβάνουν επιχορηγήσεις να διατηρούν θέσεις ή να λαμβάνουν υποστήριξη από τα συγκεκριμένα ιδρύματα.
Η αλλαγή αυτή αντικατοπτρίζει την έντονη ανησυχία που εκφράζουν οι Ρεπουμπλικάνοι στο Κογκρέσο, οι οποίοι φοβούνται ότι τέτοιου είδους συμπράξεις ενισχύουν την τεχνολογική και στρατιωτική ανάπτυξη του Πεκίνου. Ο John Moolenaar, πρόεδρος της Επιτροπής για το Κομμουνιστικό Κόμμα της Κίνας, χαιρέτισε την απόφαση, τονίζοντας πως είναι επιβεβλημένο να προστατευτεί η έρευνα που χρηματοδοτείται από τους Αμερικανούς φορολογούμενους.
Το μέτρο αυτό έρχεται σε πλήρη αντίθεση με την προσέγγιση που ακολουθούσε το ίδιο το NSF μόλις πριν από δύο χρόνια, όταν μέσω του πλαισίου TRUST προσπαθούσε να εξισορροπήσει τον κίνδυνο ασφάλειας με τα οφέλη της διεθνούς συνεργασίας. Τότε, η Rebecca Spyke Keiser υποστήριζε ότι η μηδενική ανοχή στον κίνδυνο θα μπορούσε να πλήξει την καινοτομία, όμως πλέον η αμερικανική κυβέρνηση φαίνεται να επιλέγει τον δρόμο της ολικής απαγόρευσης, ευθυγραμμιζόμενη με τις πρακτικές του υπουργείου Άμυνας. Η κίνηση αυτή ακολουθεί έρευνα που έδειξε ότι το 50% των κοινών δημοσιεύσεων μεταξύ Ιουνίου 2023 και Ιουνίου 2025 σχετίζονταν με την αμυντική βιομηχανία της Κίνας.