Η πρόσφατη εκτόξευση ενός πυραύλου από κινεζικό στρατηγικό υποβρύχιο, στις 6 Ιουλίου, σε μια καθορισμένη περιοχή του Ειρηνικού, έχει προκαλέσει διεθνή ανησυχία. Παρά το γεγονός ότι το Πεκίνο χαρακτήρισε τη δοκιμή ως ρουτίνα και υποστήριξε ότι είχε ενημερώσει τις ενδιαφερόμενες χώρες, η αντίδραση της Αυστραλίας, της Ιαπωνίας και των Ηνωμένων Πολιτειών ήταν άμεση. Η πυρηνική ισορροπία αλλάζει, καθώς το θέμα δεν αφορά πλέον μόνο τα οπλοστάσια των μεγάλων δυνάμεων.
Το σκηνικό διαμορφώνεται γύρω από τρεις βασικούς άξονες: την ευθυγράμμιση Κίνας και Ρωσίας, το σύστημα αποτροπής που καθοδηγείται από τις Ηνωμένες Πολιτείες και τον ρόλο των «μεσαίων» πυρηνικών δυνάμεων ή κρατών που βρίσκονται στο κατώφλι της πυρηνικής δυνατότητας. Ενώ οι δύο πρώτοι άξονες συγκρούονται όλο και πιο έντονα, ο τρίτος παραμένει ρευστός. Κράτη όπως η Νότια Κορέα, η Ιαπωνία, η Σαουδική Αραβία, η Πολωνία και η Τουρκία επαναξιολογούν την ανάγκη τους για πυρηνική προστασία, προβληματιζόμενα για το αν οι εξωτερικές εγγυήσεις ασφαλείας είναι ακόμη αξιόπιστες.
Για το Πεκίνο, η πυρηνική εκσυγχρονιστική του προσπάθεια παρουσιάζεται ως αμυντική, ενισχύοντας την αξιοπιστία της δυνατότητας αντεπίθεσης από τη θάλασσα. Από την άλλη πλευρά, η Ουάσιγκτον εντείνει τις διαβουλεύσεις με τους συμμάχους της, από το ΝΑΤΟ έως την περιοχή του Ινδο-Ειρηνικού, επιδιώκοντας να διασφαλίσει ότι δεν θα χρειαστούν τα δικά τους ατομικά όπλα.
Το συμπέρασμα είναι σαφές: η επιβίωση του συστήματος μη διάδοσης των πυρηνικών όπλων εξαρτάται πλέον από το αν τα κράτη που βρίσκονται στο κατώφλι της απόκτησης τέτοιων μέσων θα πειστούν ότι το διεθνές σύστημα εξακολουθεί να εξυπηρετεί τα συμφέροντά τους. Η δοκιμή της Κίνας δεν ήταν απλώς μια επίδειξη ισχύος, αλλά μια προειδοποίηση για την εύθραυστη κατάσταση που επικρατεί στην παγκόσμια πυρηνική γεωπολιτική.