Το Παγκόσμιο Κύπελλο 2026 αποτελεί το επίκεντρο του ενδιαφέροντος, όμως η συζήτηση για το αν το ποδόσφαιρο παραμένει το «όμορφο παιχνίδι» που όλοι αγαπήσαμε παραμένει επίκαιρη. Όπως είχε δηλώσει ο θρυλικός Pele το 2014, η έμφαση στην κομψότητα και το θέαμα έχει δώσει τη θέση της στον ψυχρό υπολογισμό. Η συντριβή της Βραζιλίας με 7-1 από τη Γερμανία στον ημιτελικό του 2014 υπήρξε το ορόσημο μιας εποχής όπου η αθλητικότητα και η τακτική πειθαρχία επισκίασαν το ατομικό ταλέντο.

Η μετάβαση σε αυτό το μοντέλο ξεκίνησε δεκαετίες πριν. Το 1974, με την εκλογή του Joao Havelange στην προεδρία της FIFA, το ποδόσφαιρο εισήλθε σε μια νέα φάση εμπορευματοποίησης. Η συνεργασία με κολοσσούς όπως η Adidas και η Coca-Cola, σε συνδυασμό με την άνοδο των τηλεοπτικών δικαιωμάτων, μετέτρεψε το άθλημα σε μια τεράστια επιχείρηση. Αν και ομάδες όπως η Ολλανδία του 1974, με το «ολοκληρωτικό ποδόσφαιρο» του Johan Cruyff, και η Βραζιλία του 1982, με παίκτες όπως ο Zico και ο Socrates, χάρισαν στιγμές μαγείας, το κέρδος έγινε ο απόλυτος αυτοσκοπός.

Σήμερα, το κόστος για έναν φίλαθλο να παρακολουθήσει το Παγκόσμιο Κύπελλο 2026 είναι απαγορευτικό. Στην Αγγλία, οι τιμές των εισιτηρίων έχουν αυξηθεί κατά 800% από το 1990, ενώ στη φετινή διοργάνωση τα εισιτήρια κυμαίνονται από 60 έως και 10.000 δολάρια. Η αύξηση της τάξεως του 600% στην κατηγορία εισιτηρίων τελικού σε σχέση με το 2022 υπογραμμίζει το χάσμα που χωρίζει το άθλημα από την εργατική τάξη που το γέννησε.

Παρά την εμπορευματοποίηση, η μαγεία επιβιώνει. Η απόφαση της FIFA για επέκταση σε 48 ομάδες έδωσε ευκαιρία σε μικρότερα έθνη να λάμψουν. Η πορεία του Πράσινου Ακρωτηρίου, που αποκλείστηκε με 3-2 στην παράταση από την Αργεντινή, απέδειξε ότι το ποδόσφαιρο διατηρεί ακόμη την ικανότητα να προσφέρει συγκινήσεις, θυμίζοντας σε όλους μας γιατί το άθλημα παραμένει, παρά τις αλλαγές, το πιο δημοφιλές στον κόσμο.

