Η ικανότητα να ξεχωρίζει κανείς ένα κείμενο γραμμένο από άνθρωπο σε σχέση με ένα που έχει παραχθεί από τεχνητή νοημοσύνη (AI) αποδεικνύεται πολύ πιο δύσκολη από όσο φανταζόμασταν. Σύμφωνα με την Claire Hardaker, καθηγήτρια δικανικής γλωσσολογίας στο Πανεπιστήμιο του Lancaster, οι άνθρωποι καταφέρνουν να εντοπίσουν το «ψεύτικο» περιεχόμενο μόλις στο 60% των περιπτώσεων. Παρά την πεποίθηση πολλών ότι μπορούν να αναγνωρίσουν το στυλ των μηχανών, οι απλοϊκοί κανόνες –όπως ο «κανόνας των τριών» ή η χρήση συγκεκριμένων σημείων στίξης– συχνά αποτυγχάνουν, καθώς αποτελούν δομικά στοιχεία που χρησιμοποιούσαν από τον Charles Dickens μέχρι τους ρήτορες της αρχαιότητας.

Το ζήτημα αποκτά διαστάσεις παράνοιας στον λογοτεχνικό κόσμο. Από την απόσυρση του βιβλίου Shy Girl από τις εκδόσεις Hachette μέχρι τις παραισθήσεις του Steven Rosenbaum στο έργο του The Future of Truth, η καχυποψία κυριαρχεί. Οι οργανισμοί μέσων ενημέρωσης, συμπεριλαμβανομένης της Guardian, δέχονται πλέον σωρεία παραπόνων για «ρομποτικό» ύφος, ενώ εργαλεία ανίχνευσης, όπως το Pangram, αμφισβητούνται για την ακρίβειά τους.

Το κεντρικό ερώτημα δεν είναι πλέον αν η τεχνητή νοημοσύνη αλλάζει τη γλώσσα, αλλά πώς. Η τάση των μοντέλων να χρησιμοποιούν λέξεις όπως «delve» ή να εξομαλύνουν τις ιδιαιτερότητες της γραφής προς ένα τυποποιημένο, αγγλοαμερικανικό πρότυπο, δημιουργεί μια κατάσταση που οι ερευνητές αποκαλούν «πολιτιστικό φάντασμα». Ωστόσο, η ουσία της λογοτεχνίας –η ενσώματη εμπειρία, το συναίσθημα και η ικανότητα να εκφράζεις το «είναι» σου– παραμένει το τελευταίο οχυρό των ανθρώπων. Ο συγγραφέας Gary Shteyngart υπογραμμίζει πως η λογοτεχνία είναι μια μορφή «τηλεπάθειας» ανάμεσα σε δύο ανθρώπινες συνειδήσεις, κάτι που μια μηχανή στερημένη από σώμα και βιώματα δεν θα μπορέσει ποτέ να αναπαράγει με αυθεντικότητα.