Σε μια κίνηση που αλλάζει τις ισορροπίες στην αγορά της ψηφιακής τεχνολογίας, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή απαίτησε από τη Meta να επιτρέψει στους ανταγωνιστές της δωρεάν πρόσβαση στα εργαλεία τεχνητής νοημοσύνης μέσω των πλατφορμών της, συμπεριλαμβανομένων του WhatsApp, του Facebook και του Instagram. Η απόφαση αυτή αποτελεί προσωρινό μέτρο, το οποίο θα παραμείνει σε ισχύ έως ότου ολοκληρωθεί η έρευνα για κατάχρηση δεσπόζουσας θέσης από τον αμερικανικό κολοσσό.
Η υπόθεση ξεκίνησε τον Δεκέμβριο του 2025, μετά από καταγγελίες προγραμματιστών από τις ΗΠΑ, τη Γαλλία και την Ισπανία, οι οποίοι ανέφεραν ότι η εταιρεία με έδρα την Καλιφόρνια απέκλεισε την πρόσβαση στο προγραμματιστικό περιβάλλον εφαρμογών (API) του WhatsApp για όλους τους ανταγωνιστές, προωθώντας αποκλειστικά το δικό της Meta AI. Το συγκεκριμένο μέσο επικοινωνίας αριθμεί περισσότερους από 3,3 δισεκατομμύρια ενεργούς χρήστες παγκοσμίως. Παρόλο που τον Μάρτιο η Meta επέτρεψε την πρόσβαση με πληρωμή, οι Βρυξέλλες έκριναν ότι το κόστος ήταν υπερβολικό, εμποδίζοντας τη βιωσιμότητα των μικρότερων εταιρειών.
Η Meta καλείται πλέον, εντός πέντε εργάσιμων ημερών, να καταστήσει το API του WhatsApp for Business δωρεάν, όπως ίσχυε πριν από τον Οκτώβριο του 2025. Σε αντίθετη περίπτωση, η εταιρεία αντιμετωπίζει το ενδεχόμενο προστίμου που μπορεί να φτάσει το 10% των παγκόσμιων ετήσιων εσόδων της. Η επίτροπος Ανταγωνισμού της ΕΕ, Teresa Ribera, υπογράμμισε ότι ο στόχος είναι η διατήρηση της ελευθερίας επιλογής για τους πολίτες της Ευρώπης και η προστασία του ανταγωνισμού στην αναπτυσσόμενη αγορά της τεχνητής νοημοσύνης.
Από την πλευρά της, η Meta εξέφρασε τη διαφωνία της και προγραμματίζει έφεση κατά της απόφασης, με εκπρόσωπό της να δηλώνει στο Reuters ότι η ενέργεια αυτή συνιστά ρυθμιστική υπερβολή που επιδοτείται από τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις που πληρώνουν για τις υπηρεσίες. Η ένταση στις σχέσεις μεταξύ των Βρυξελλών και της Ουάσινγκτον κορυφώνεται, καθώς δημοσιεύματα του CNBC ανέφεραν ότι από τις αρχές του 2024 η ΕΕ έχει επιβάλει πρόστιμα ύψους περίπου 7 δισεκατομμυρίων δολαρίων σε εταιρείες όπως η Meta, η Google και η Apple, προκαλώντας την έντονη αντίδραση της κυβέρνησης του προέδρου Donald Trump.