Η κλιμάκωση της έντασης μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και του Ιράν έλαβε επικίνδυνες διαστάσεις την Τρίτη, μετά την κατάρριψη ενός επιθετικού ελικοπτέρου AH-64 Apache του αμερικανικού στρατού κοντά στα Στενά του Ορμούζ. Ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Donald Trump, κατηγόρησε άμεσα το Ιράν για την κατάρριψη του σκάφους, διατάζοντας περιορισμένα αντίποινα, ενώ η Τεχεράνη απάντησε εξαπολύοντας πλήγματα κατά αμερικανικών στρατιωτικών εγκαταστάσεων σε ολόκληρο τον Κόλπο.
Το περιστατικό συνέβη κατά τη διάρκεια περιπολίας, όταν το ελικόπτερο χτυπήθηκε από ιρανικό drone. Τα δύο μέλη του πληρώματος διασώθηκαν επιτυχώς από ένα μη επανδρωμένο σκάφος τύπου Corsair, της εταιρείας Saronic Technologies, που επιχειρούσε για λογαριασμό της Task Force 59 του αμερικανικού Ναυτικού. Παρά την ένταση, ο Trump επιβεβαίωσε ότι οι δύο στρατιωτικοί είναι ασφαλείς.

Ως αντίδραση, η CENTCOM ξεκίνησε πλήγματα αυτοάμυνας εναντίον ιρανικών στόχων σε τοποθεσίες όπως το Sirik, το Jask, το Minab, το νησί Qeshm και το λιμάνι Bandar Abbas. Η Τεχεράνη αντεπιτέθηκε ώρες αργότερα, με τους Φρουρούς της Επανάστασης (IRGC) να δηλώνουν ότι έπληξαν με πυραύλους και drones αμερικανικές βάσεις, συμπεριλαμβανομένης της έδρας του Πέμπτου Στόλου στο Μπαχρέιν και αεροπορικής βάσης στην Ιορδανία. Η κυβέρνηση της Ιορδανίας ανέφερε την αναχαίτιση πέντε πυραύλων, ενώ συναγερμός σήμανε στο Μπαχρέιν.
Αναλυτές επισημαίνουν ότι, παρά τις επιθετικές κινήσεις, καμία από τις δύο πλευρές δεν επιθυμεί επιστροφή σε πόλεμο πλήρους κλίμακας. Η στρατηγική της Τεχεράνης φαίνεται να στοχεύει στην εμπέδωση μιας νέας ισορροπίας αποτροπής, καθιστώντας σαφές ότι οποιαδήποτε στρατιωτική δράση των ΗΠΑ κοντά στα σύνορά της θα έχει άμεσο κόστος για τις αμερικανικές δυνάμεις στην ευρύτερη περιοχή. Η εύθραυστη εκεχειρία που είχε συμφωνηθεί τον Απρίλιο με τη μεσολάβηση του Πακιστάν βρίσκεται πλέον υπό σοβαρή δοκιμασία, καθώς Ουάσιγκτον και Τεχεράνη αναζητούν τα όρια των μεταξύ τους αντοχών.