Το λεγόμενο «runner’s high» — εκείνη η στιγμή όπου η κούραση μετατρέπεται σε μια κατάσταση χημικά ενισχυμένης ευφορίας — παραμένει ένα από τα πιο δυσεύρετα φαινόμενα για πολλούς αθλητές. Ενώ κάποιοι το βιώνουν σχεδόν σε κάθε προπόνηση, άλλοι δεν το έχουν νιώσει ποτέ, με ορισμένους επαγγελματίες αθλητές να αμφισβητούν ακόμη και την ύπαρξή του.
Σύμφωνα με την Dr. Daya Grant, νευροεπιστήμονα και σύμβουλο ψυχικής απόδοσης, η επικρατούσα πεποίθηση ότι το φαινόμενο οφείλεται στις ενδορφίνες είναι εν μέρει λανθασμένη. «Πρόκειται για μια ορχήστρα νευροχημικών αλλαγών», εξηγεί η Grant, επισημαίνοντας ότι ο πρωταγωνιστικός ρόλος ανήκει στο ενδοκανναβινοειδές σύστημα (eCB). Σε αντίθεση με τις ενδορφίνες, οι οποίες δεν μπορούν να διαπεράσουν τον αιματοεγκεφαλικό φραγμό, τα ενδοκανναβινοειδή – οι φυσικές ενώσεις του σώματος που μοιάζουν με αυτές της κάνναβης – περνούν στον εγκέφαλο, βοηθώντας στη διαχείριση του πόνου, του άγχους και του στρες.

Τα επίπεδα των ενδοκανναβινοειδών αυξάνονται κατά τη διάρκεια μέτριας έως έντονης άσκησης και παραμένουν ανεβασμένα για περίπου 30-45 λεπτά μετά. Παράλληλα, η ντοπαμίνη ενισχύει το κίνητρο και η νορεπινεφρίνη οξύνει τη συγκέντρωση, ειδικά κατά τη διάρκεια διαλειμματικής προπόνησης.

Ωστόσο, οι ειδικοί διαχωρίζουν το «runner’s high» από την κατάσταση «flow» (ροή). Η κατάσταση ροής, σύμφωνα με την Dr. Trish Jackman από το University of Lincoln, συμβαίνει όταν η πρόκληση της άσκησης ταιριάζει με τις δεξιότητες του αθλητή, δημιουργώντας μια αίσθηση απόλυτης εμβύθισης. «Στο flow, το σώμα και το μυαλό νιώθουν ενωμένα, ενώ στο runner’s high κυριαρχεί το αίσθημα της ευφορίας και η μείωση του άγχους», τονίζει.
Για να αυξήσετε τις πιθανότητες να βιώσετε αυτή την κατάσταση, η συνεχής, αερόβια προσπάθεια μέτριας προς υψηλής έντασης φαίνεται να είναι το πιο αξιόπιστο «κλειδί». Η άσκηση στη φύση, αν και δεν επηρεάζει άμεσα τη χημεία του εγκεφάλου, προσθέτει ένα στοιχείο παιχνιδιού —όπως το να πηδάς πάνω από ρίζες δέντρων σε ένα μονοπάτι— που βοηθά στη διατήρηση της εγρήγορσης και της ευχαρίστησης.

Τέλος, το γεγονός ότι κάποιοι δρομείς δεν βιώνουν ποτέ αυτή την «κορύφωση» μπορεί να οφείλεται σε γενετικούς παράγοντες, όπως η ύπαρξη ενζύμων που διασπούν τα ενδοκανναβινοειδή πολύ γρήγορα. Όπως καταλήγουν οι επιστήμονες, το runner’s high είναι ένα ευχάριστο «δώρο», αλλά δεν θα έπρεπε να είναι ο μοναδικός λόγος για να τρέχει κανείς.