Ο Saint Levant, κατά κόσμον Marwan Abdelhamid, δεν είναι ένας συνηθισμένος ποπ σταρ. Με καταγωγή από τη Γάζα και μια ζωή σημαδεμένη από την προσφυγιά, ο 25χρονος καλλιτέχνης έχει μετατραπεί σε ένα από τα πιο αμφιλεγόμενα και ταυτόχρονα εμβληματικά πρόσωπα της Μέσης Ανατολής. Η μουσική του, ένα μείγμα αραβικών, γαλλικών και αγγλικών στίχων, καταφέρνει να συνδυάζει τον ερωτισμό με την πολιτική διαμαρτυρία, προκαλώντας έντονες αντιδράσεις.

Για πολλούς θαυμαστές του, ο Saint Levant αποτελεί τη φωνή μιας νέας γενιάς που αρνείται να παραιτηθεί από το δικαίωμα στη ζωή και την έκφραση, ακόμη και υπό το βάρος μιας γενοκτονίας. Από την άλλη, υπάρχουν εκείνοι που τον επικρίνουν, κατηγορώντας τον ότι εργαλειοποιεί το παλαιστινιακό ζήτημα για να ενισχύσει την καριέρα του, ενώ ταυτόχρονα υιοθετεί ένα lifestyle που πολλοί θεωρούν ξένο προς τη σκληρή πραγματικότητα του λαού του. Το ερώτημα που πλανάται πάνω από κάθε του συναυλία είναι αν ο χορός και η διασκέδαση αποτελούν πράξη αντίστασης ή μια μορφή αποστασιοποίησης από τον πόνο.

Η διαδρομή του είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με το ξενοδοχείο Al Deira στη Γάζα, το οποίο σχεδίασε ο πατέρας του με το όραμα μιας ευημερούσας Παλαιστίνης, για να καταστραφεί τελικά από τους ισραηλινούς βομβαρδισμούς. Αυτό το τραύμα της απώλειας διαπερνά το έργο του, μετατρέποντας τον ίδιο σε έναν απρόσμενο εκφραστή της παλαιστινιακής ταυτότητας στη διασπορά. Ενώ οι κυβερνήσεις σε όλο τον αραβικό κόσμο επιβάλλουν αυστηρή λογοκρισία και καταστολή σε κάθε δημόσια εκδήλωση υπέρ της Παλαιστίνης, ο Saint Levant προσφέρει μια διέξοδο μέσα από το θέαμα, διχάζοντας το κοινό ανάμεσα στον θαυμασμό για τον ακτιβισμό του και τον σκεπτικισμό για την εμπορευματοποίηση του δράματος.

