Η παγίδα της νόμιμης μετανάστευσης αναδεικνύεται σε ένα κρίσιμο ζήτημα ανθρωπίνων δικαιωμάτων παγκοσμίως, καθώς χιλιάδες εργαζόμενοι που εισέρχονται σε εύπορες χώρες με προσωρινές άδειες εργασίας καταλήγουν θύματα εκμετάλλευσης. Παρά τις προσδοκίες για μια καλύτερη ζωή, το σύστημα πολλές φορές λειτουργεί εις βάρος τους, καθιστώντας τους ευάλωτους σε πρακτικές που θυμίζουν σύγχρονη δουλεία.
Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα της Larisa, μιας μητέρας από τη Μολδαβία, η οποία αναζητώντας εργασία στη Γερμανία μέσω Facebook, βρέθηκε παγιδευμένη σε ένα απομακρυσμένο σπίτι, στερημένη από τα έγγραφά της και αναγκασμένη να εργάζεται έως και 20 ώρες την ημέρα χωρίς αμοιβή. Ο Διεθνής Οργανισμός Μετανάστευσης κατέταξε την περίπτωση αυτή ως εμπορία ανθρώπων, παρά το γεγονός ότι η διαδικασία πρόσληψής της φαινόταν αρχικά νόμιμη.
Η ευπάθεια των νόμιμων μεταναστών πηγάζει σε μεγάλο βαθμό από τις ρήτρες που τους «δένουν» με έναν μόνο εργοδότη. Στις Ηνωμένες Πολιτείες, έρευνες για το πρόγραμμα βίζας H-2A αποκάλυψαν περιστατικά κλοπής μισθών, απαράδεκτων συνθηκών διαβίωσης και κατάσχεσης διαβατηρίων. Μάλιστα, ανάλυση της Polaris έδειξε ότι σχεδόν οι μισοί από τα αναγνωρισμένα θύματα εργασιακής εκμετάλλευσης βρίσκονταν νόμιμα στη χώρα με προσωρινές βίζες. Αντίστοιχα φαινόμενα έχουν καταγραφεί στις χώρες του Κόλπου, συμπεριλαμβανομένου του Qatar, όπου οι παράνομες αμοιβές στρατολόγησης και ο δανεισμός με τοκογλυφικούς όρους κρατούν τους εργαζόμενους σε καθεστώς ομηρίας.
Για να αντιμετωπιστεί το πρόβλημα, οι κυβερνήσεις οφείλουν να αναλάβουν δράση: απαιτείται αυστηρότερη εποπτεία των γραφείων ευρέσεως εργασίας, απαγόρευση των τελών στρατολόγησης στους εργαζόμενους και, κυρίως, αποσύνδεση της άδειας παραμονής από έναν συγκεκριμένο εργοδότη. Η προστασία των μαρτύρων δημοσίου συμφέροντος και η παροχή ασφαλούς νομικής συνδρομής αποτελούν απαραίτητα βήματα για να σταματήσει η εκμετάλλευση εντός συστημάτων που υποτίθεται ότι προστατεύουν τους εργαζόμενους.