Η κλιμάκωση της σύρραξης μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν έχει προκαλέσει παγκόσμια επισιτιστική κρίση, με τις τιμές των καυσίμων και των λιπασμάτων να καταγράφουν κατακόρυφη άνοδο στους δύο μήνες που μεσολάβησαν από την έναρξη του πολέμου. Οι οικονομολόγοι και οι αρμόδιοι φορείς εξετάζουν πλέον με ανησυχία το πότε και με ποια ένταση θα μετακυλιστεί αυτό το κόστος στα είδη διατροφής.

Σύμφωνα με τους ειδικούς, ο πλήρης αντίκτυπος της σύγκρουσης δεν έχει γίνει ακόμη αισθητός, λόγω της καθυστέρησης που παρατηρείται μεταξύ της αύξησης των εξόδων παραγωγής και των τελικών τιμών στα ράφια. Η κρισιμότητα της κατάστασης εξαρτάται άμεσα από τη διάρκεια των προβλημάτων στη ναυσιπλοΐα στα Στενά του Ορμούζ, από όπου διακινείται το ένα τρίτο των παγκόσμιων φορτίων λιπασμάτων και το ένα τέταρτο του πετρελαίου. Ο Matin Qaim, εκτελεστικός διευθυντής του Κέντρου Έρευνας Ανάπτυξης στο Πανεπιστήμιο της Βόννης στη Γερμανία, προειδοποιεί ότι οι τιμές των τροφίμων θα σημειώσουν άνοδο, πλήττοντας κυρίως τους πληθυσμούς στην Αφρική και την Ασία. Παράλληλα, ο Οργανισμός Τροφίμων και Γεωργίας (FAO) προειδοποιεί για μια πιθανή παγκόσμια «καταστροφή», με χώρες όπως η Ινδία, το Μπανγκλαντές, η Σρι Λάνκα, η Σομαλία, το Σουδάν, η Τανζανία, η Κένυα και η Αίγυπτος να βρίσκονται σε υψηλό κίνδυνο.

Το Παγκόσμιο Επισιτιστικό Πρόγραμμα εκτιμά ότι περίπου 45 εκατομμύρια επιπλέον άνθρωποι ενδέχεται να αντιμετωπίσουν οξεία έλλειψη τροφίμων εάν ο πόλεμος συνεχιστεί και οι τιμές του πετρελαίου παραμείνουν πάνω από τα 100 δολάρια το βαρέλι. Παρά το γεγονός ότι η παραγωγή σιτηρών παραμένει σε υψηλά επίπεδα, οι ερευνητές, όπως ο Sandro Steinbach από το North Dakota State University, προειδοποιούν ότι οι πρόσφατες τιμές αποτελούν ένα «μικτό σήμα» και δεν καθησυχάζουν, καθώς οι επιπτώσεις της ενεργειακής κρίσης τείνουν να μεταφέρονται με χρονική υστέρηση. Την ίδια στιγμή, ο Αμερικανός Πρόεδρος Donald Trump δήλωσε πως είναι απίθανο να παρατείνει την εκεχειρία, γεγονός που εντείνει την αβεβαιότητα για τις επόμενες εβδομάδες.
