Σε νέα κλιμάκωση της σύγκρουσης οδηγούνται οι σχέσεις των ΗΠΑ με το Ιράν, καθώς η Ουάσιγκτον εξαπέλυσε κύμα αεροπορικών επιδρομών κατά μήκος των νότιων ακτών της χώρας και κοντά στα Στενά του Ορμούζ. Η επιχείρηση, που διήρκεσε επτά ώρες και ολοκληρώθηκε τα ξημερώματα της Τετάρτης 15 Ιουλίου 2026, πραγματοποιήθηκε με τη χρήση μαχητικών αεροσκαφών, μη επανδρωμένων σκαφών και ναυτικών δυνάμεων, στοχεύοντας δεκάδες στρατιωτικές εγκαταστάσεις.
Η κλιμάκωση αυτή έρχεται σε μία περίοδο που η εκεχειρία του Απριλίου δείχνει να καταρρέει. Παράλληλα με τα αεροπορικά πλήγματα, η κυβέρνηση των ΗΠΑ ανακοίνωσε την επαναφορά του ναυτικού αποκλεισμού στα ιρανικά λιμάνια, προκαλώντας αναταράξεις στις παγκόσμιες αγορές ενέργειας. Η τιμή του πετρελαίου τύπου Brent σημείωσε κατακόρυφη άνοδο, φτάνοντας τα 86,19 δολάρια ανά βαρέλι.
Από την πλευρά του, το Σώμα των Φρουρών της Επανάστασης (IRGC) του Ιράν ισχυρίστηκε ότι εξαπέλυσε αντίποινα κατά αμερικανικών στρατιωτικών εγκαταστάσεων στο Μπαχρέιν, το Κουβέιτ και την Ιορδανία. Οι Φρουροί υποστήριξαν ότι προκάλεσαν σοβαρές ζημιές στο αρχηγείο του Πέμπτου Στόλου στο Μπαχρέιν και κατέστρεψαν υπόστεγα που φιλοξενούσαν αμερικανικά μαχητικά F-15, F-16 και F-35.
Ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Donald Trump, προειδοποίησε ότι οι επιθέσεις θα συνεχιστούν, αφήνοντας ανοιχτό το ενδεχόμενο να πληγούν ενεργειακές υποδομές και γέφυρες στο μέλλον. «Θα κρατήσω τους ενεργειακούς στόχους για το τέλος, αλλά τελικά θα τους χτυπήσουμε», δήλωσε χαρακτηριστικά σε συνέντευξή του στο Fox News. Στο διπλωματικό και οικονομικό πεδίο, το υπουργείο Οικονομικών των ΗΠΑ προχώρησε στο «πάγωμα» ποσού άνω των 130 εκατομμυρίων δολαρίων, επιβάλλοντας κυρώσεις σε ψηφιακά πορτοφόλια κρυπτονομισμάτων που συνδέονται με την κεντρική τράπεζα του Ιράν.