Ο πόλεμος κατά του Ιράν, τον οποίο ξεκίνησαν οι Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ στις 28 Φεβρουαρίου 2026, οδηγείται με μαθηματική ακρίβεια σε μια αμερικανική υποχώρηση, καθώς η στρατηγική αποτυχία της επιχείρησης γίνεται όλο και πιο εμφανής. Η υπόθεση ότι οι αεροπορικοί βομβαρδισμοί θα αποκεφάλιζαν την ηγεσία της χώρας και θα προκαλούσαν την κατάρρευση του καθεστώτος, αποδείχθηκε μια επικίνδυνη πλάνη. Όπως υποστηρίζει ο Jeffrey Sachs, ο πόλεμος κατά του Ιράν δεν είναι βιώσιμος, καθώς το οικονομικό, στρατιωτικό και πολιτικό κόστος είναι απαγορευτικό για τις ΗΠΑ.
Η αμερικανική ηγεσία, παρασυρμένη από τις συμβουλές του Benjamin Netanyahu και του David Barnea, επιχείρησε να εφαρμόσει ένα μοντέλο ανάλογο με αυτό της Βενεζουέλας, αγνοώντας τις βαθιές ιστορικές, πολιτισμικές και τεχνολογικές διαφορές. Αντί για την αναμενόμενη διάλυση, το Ιράν επέδειξε αξιοσημείωτη ενότητα, με τους Φρουρούς της Επανάστασης να ενισχύουν τον εσωτερικό τους έλεγχο και τον πληθυσμό να συσπειρώνεται απέναντι στην εξωτερική απειλή.
Καθοριστικό ρόλο στην έκβαση των γεγονότων παίζει η τεχνολογική υπεροχή που έχει αναπτύξει το Ιράν, με τα φθηνά αλλά αποτελεσματικά πυραυλικά συστήματα και drones να εξουδετερώνουν τα πανάκριβα αμερικανικά μέσα άμυνας. Μετά από δύο μήνες συγκρούσεων, ο Donald Trump βρίσκεται αντιμέτωπος με μια πραγματικότητα όπου δεν υπάρχει κυβερνητική διάδοχη κατάσταση υπό τον έλεγχό του, ενώ οι υποδομές ενέργειας της περιοχής κινδυνεύουν με ολοκληρωτική καταστροφή σε περίπτωση περαιτέρω κλιμάκωσης. Η κατάληξη του πολέμου προβλέπεται να είναι μια επιστροφή σε μια νέα πραγματικότητα, όπου το Ιράν θα διατηρεί τον έλεγχο στα Στενά του Ορμούζ, με τις ΗΠΑ να αναγκάζονται να περιορίσουν τη στρατιωτική τους παρουσία στον Κόλπο.