Η κλιμακούμενη ένταση στον Λίβανο απειλεί να τορπιλίσει το μνημόνιο κατανόησης μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν. Καθώς οι ισραηλινές δυνάμεις κατέχουν περίπου το ένα πέμπτο της λιβανικής επικράτειας από τις αρχές Μαρτίου, ο Ισραηλινός πρωθυπουργός Benjamin Netanyahu διεμήνυσε κατά την επίσκεψή του στα στρατεύματα της περιοχής την Τρίτη, 1 Ιουλίου 2026, ότι ο στρατός «δεν θα αποχωρήσει» όσο η Χεζμπολάχ παραμένει απειλή για το έθνος του.
Την ίδια σκληρή γραμμή υιοθέτησε και ο Ισραηλινός υπουργός Άμυνας, Israel Katz, δηλώνοντας ότι οι δυνάμεις δεν θα υποχωρήσουν ούτε «ένα χιλιοστό» έως ότου αφοπλιστεί η οργάνωση. Η στάση αυτή έρχεται σε άμεση αντίθεση με το πρώτο σκέλος του μνημονίου κατανόησης (MOU) μεταξύ Ουάσινγκτον και Τεχεράνης, το οποίο προβλέπει άμεσο και μόνιμο τερματισμό των εχθροπραξιών σε όλα τα μέτωπα.

Η κατάσταση περιπλέκεται από το γεγονός ότι ο Donald Trump θέτει ως απόλυτη προτεραιότητα τον πυρηνικό φάκελο του Ιράν, αποφεύγοντας να πιέσει ασφυκτικά το Ισραήλ στο λιβανικό ζήτημα, προκειμένου να μην εκτροχιαστούν οι ευρύτερες διαπραγματεύσεις. Για την Τεχεράνη, η επιβίωση της Χεζμπολάχ αποτελεί στρατηγικό πυλώνα, με τον ηγέτη της οργάνωσης Naim Qassem να χαρακτηρίζει τη συμφωνία πλαίσιο μεταξύ Ισραήλ και Λιβάνου «ταπεινωτική» και «παράδοση κυριαρχίας».

Αναλυτές, όπως ο καθηγητής Cyrus Schayegh του Geneva Graduate Institute, επισημαίνουν ότι ο Netanyahu βρίσκεται σε ένα πολιτικό αδιέξοδο ενόψει των εκλογών του Οκτωβρίου, καθώς μια βιαστική αποχώρηση θα μπορούσε να εκληφθεί ως εσωτερική υποχώρηση στις πιέσεις των ΗΠΑ. Παρά τις εντάσεις, το ερώτημα παραμένει: είναι αυτή η στάση του Ισραήλ απλή ρητορική για το εσωτερικό του ακροατήριο ή μια σκληρή γραμμή που θα ανατρέψει την εύθραυστη ισορροπία στην περιοχή;