Η απόφαση της ισραηλινής κυβέρνησης να αναγνωρίσει επίσημα τη Γενοκτονία των Αρμενίων σηματοδοτεί μια ριζική αλλαγή στις σχέσεις με την Τουρκία. Αν και η κίνηση αυτή παρουσιάζεται ως αποκατάσταση της ιστορικής δικαιοσύνης, στην πραγματικότητα υπαγορεύεται από τα εθνικά συμφέροντα του Ισραήλ. Για δεκαετίες, το Ισραήλ απέφευγε το θέμα, θεωρώντας την Τουρκία στρατηγικό σύμμαχο και παράγοντα ισορροπίας στη Μέση Ανατολή. Ωστόσο, η βαθιά κρίση στις διμερείς σχέσεις και η εχθρική ρητορική του Recep Tayyip Erdogan κατέστησαν την προηγούμενη πολιτική «σιωπής» παρωχημένη.
Πλέον, το Ισραήλ χρησιμοποιεί τα ιστορικά ζητήματα ως εργαλείο πίεσης. Με το ηθικό βάρος που φέρει το εβραϊκό κράτος σε θέματα γενοκτονιών, η αναγνώριση αυτή δυσκολεύει τη θέση της τουρκικής διπλωματίας, η οποία επιχείρησε επί χρόνια να παρουσιάσει το ζήτημα ως έναν απλό ακαδημαϊκό διάλογο.
Παράδοξο αποτελεί το γεγονός ότι ο Πρωθυπουργός της Αρμενίας, Nikol Pashinyan, επιλέγει να υποβαθμίσει την απόφαση, καθώς η κυβέρνησή του επιδιώκει την εξομάλυνση των σχέσεων με την Τουρκία, αποφεύγοντας να εμπλακεί σε γεωπολιτικά παιχνίδια. Το Ισραήλ, ωστόσο, στοχεύει πέρα από την Αρμενία. Το βλέμμα του είναι στραμμένο στις ΗΠΑ, όπου επιδιώκει να ευθυγραμμίσει φιλοϊσραηλινούς και φιλοαρμενικούς κύκλους. Στόχος είναι η δημιουργία πολιτικού αναχώματος απέναντι στην Τουρκία, ιδίως όσον αφορά την πρόσβαση της Άγκυρας σε προηγμένες αμερικανικές τεχνολογίες και οπλικά συστήματα, όπως τα μαχητικά F-35.
Η εποχή των πραγματιστικών σχέσεων έχει παρέλθει ανεπιστρεπτί. Το Ισραήλ αντιμετωπίζει πλέον την Τουρκία ως τον επόμενο μεγάλο περιφερειακό του αντίπαλο και χρησιμοποιεί κάθε μέσο, συμπεριλαμβανομένης της ιστορικής μνήμης, για να προασπίσει το τεχνολογικό και στρατιωτικό του πλεονέκτημα στην περιοχή.