Μια νέα τάση αναπτύσσεται στις ηπειρωτικές περιοχές της βόρειας Ινδίας, καθώς οι αγρότες στρέφονται δυναμικά στην **εκτροφή γαρίδας**, αξιοποιώντας τις σύγχρονες πρακτικές της υδατοκαλλιέργειας. Η χώρα, που κατέχει τη δεύτερη θέση παγκοσμίως στην παραγωγή αλιευμάτων, βλέπει τις εξαγωγές γαρίδας να αποτελούν πλέον το 66% των συνολικών εξαγωγών θαλασσινών, με την αξία τους να αγγίζει τα 8,46 δισεκατομμύρια δολάρια την περσινή χρονιά.
Πολλοί παραγωγοί, που στο παρελθόν καλλιεργούσαν σιτάρι και ρύζι, έχουν καταφέρει να αναδημιουργήσουν τις συνθήκες θαλασσινού νερού προσθέτοντας ιχνοστοιχεία, όπως κάλιο και μαγνήσιο, σε περιοχές που απέχουν εκατοντάδες χιλιόμετρα από την ακτή. Η στροφή αυτή αποτελεί μέρος της «Γαλάζιας Επανάστασης» της Ινδίας. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα της πολιτείας Haryana, η οποία, παρά τα προβλήματα με το αλμυρό υπόγειο νερό και τα άγονα εδάφη που δυσκόλευαν τις παραδοσιακές καλλιέργειες, παρήγαγε πέρυσι περισσότερους από 14.000 μετρικούς τόνους γαρίδας. Συνολικά, η Haryana παρήγαγε πάνω από 200.000 μετρικούς τόνους θαλασσινών μέσα στο προηγούμενο έτος.
Ένας αγρότης από την περιοχή Sonipat δήλωσε ότι ξεκίνησε την επένδυση σε έκταση 8,5 στρεμμάτων με κεφάλαιο περίπου 93.000 δολαρίων, καταφέρνοντας να καλύψει το κόστος από την πρώτη κιόλας σεζόν, με πωλήσεις ύψους 100.000 δολαρίων. Οι αποδόσεις είναι εντυπωσιακές, καθώς ένας παραγωγός μπορεί να συγκομίσει έως και πέντε τόνους γαρίδας μέσα σε μόλις τέσσερις μήνες, αποκομίζοντας κέρδη που φτάνουν τα 10.000 δολάρια.
Η κυβέρνηση στηρίζει την προσπάθεια αυτή παρέχοντας οικονομικά κίνητρα για την κατασκευή λιμνών και την αγορά εξοπλισμού. Αντίστοιχη ανάπτυξη παρουσιάζουν και άλλες βόρειες πολιτείες, όπως το Punjab, το Uttar Pradesh και το Rajasthan. Τα ινδικά θαλασσινά έχουν μεγάλη ζήτηση διεθνώς, με τις ΗΠΑ, την Κίνα, τη Ρωσία και την Ευρωπαϊκή Ένωση να αποτελούν τους κυριότερους αγοραστές.