Τη σοβαρή κατάσταση που αντιμετωπίζει το εμπορικό κομμάτι της Αθήνας κατά τη διάρκεια των φετινών χειμερινών εκπτώσεων, με εμφανή μείωση του τζίρου και παράλληλη συσσώρευση αποθεμάτων, ανέδειξε νέα έρευνα του Εμπορικού Συλλόγου Αθηνών. Τα αποτελέσματα της έρευνας, η οποία διεξήχθη σε 426 εμπορικά σημεία, αποτυπώνουν μια ζοφερή πραγματικότητα για την βιωσιμότητα πολλών μικρομεσαίων επιχειρήσεων.
Σύμφωνα με τα βασικά συμπεράσματα, σχεδόν οι μισές επιχειρήσεις, συγκεκριμένα το 44,6%, κατέγραψαν μείωση τζίρου άνω του 21%, γεγονός που θέτει σε άμεσο κίνδυνο την ύπαρξή τους. Επιπλέον, το 43,2% των καταστημάτων ολοκλήρωσε την περίοδο εκπτώσεων με αποθέματα που κυμαίνονται από 21% έως 30%, δεσμεύοντας κεφάλαια απαραίτητα για την προετοιμασία της νέας εμπορικής σεζόν.
Η έρευνα υπογραμμίζει επίσης την ευρεία δυσαρέσκεια των εμπόρων σχετικά με το ισχύον θεσμικό πλαίσιο. Σχεδόν καθολικά, το 99,8% των συμμετεχόντων θεωρεί ότι η ανεξέλεγκτη απελευθέρωση των προσφορών καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους έχει υπονομεύσει πλήρως τον ρόλο των θεσμοθετημένων εκπτώσεων. Ως εκ τούτου, το 97,4% των εμπόρων ζητά την άμεση αναθεώρηση του νόμου 4965/2022, ο οποίος αφορά τις εκπτώσεις και τις προσφορές, και την επαναφορά περιορισμών στις προσφορές.
Ο πρόεδρος του Εμπορικού Συλλόγου Αθηνών, Θάνος Τσαγγάρης, δήλωσε χαρακτηριστικά: «Η έρευνα του Εμπορικού Συλλόγου Αθηνών καταγράφει μια πραγματικότητα που δεν επιδέχεται ωραιοποιήσεις. Οι φετινές χειμερινές εκπτώσεις δεν λειτούργησαν ως μοχλός τόνωσης της αγοράς. Αντίθετα, ανέδειξαν το βάθος του προβλήματος. Ο Ιανουάριος έκλεισε με πτώση τζίρου από 10% έως 20%, ενώ ο Φεβρουάριος κατέγραψε ακόμη μεγαλύτερη μείωση, από 20% έως 40%. Παρά τις μεγάλες εκπτώσεις και τη χρονική τους διάρκεια, η κατανάλωση παρέμεινε υποτονική».
Σύμφωνα με τον κ. Τσαγγάρη, η βασικότερη αιτία για την τρέχουσα κατάσταση είναι η δραματική μείωση του διαθέσιμου καταναλωτικού εισοδήματος λόγω της ακρίβειας. «Όταν το εισόδημα εξανεμίζεται για την κάλυψη βασικών αναγκών (ενέργεια, στέγαση, τρόφιμα), οι αγορές περιορίζονται ακόμη και σε περίοδο μεγάλων εκπτώσεων», σημείωσε.
Παράλληλα, ο κ. Τσαγγάρης επισήμανε τη μεταφορά σημαντικού μέρους του τζίρου από τις μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις προς μεγάλες αλυσίδες, πολυεθνικές εταιρείες και διεθνείς ψηφιακές πλατφόρμες, ενισχύοντας έτσι τον άνισο ανταγωνισμό και αποδυναμώνοντας τον εμπορικό ιστό των πόλεων.
Τονίστηκε δε, ότι ο Νόμος 4965/2022 έχει επιδεινώσει την κατάσταση, καθώς η πλήρης απελευθέρωση των προσφορών καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους έχει οδηγήσει σε καθεστώς μόνιμων εκπτώσεων, απαξιώνοντας έτσι το εργαλείο ρευστοποίησης αποθεμάτων για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις.
Ο Εμπορικός Σύλλογος Αθηνών έχει ήδη αποστείλει πέντε επίσημα αιτήματα προς τον υπουργό Ανάπτυξης, ζητώντας συνάντηση για να παρουσιάσει τεκμηριωμένα τη συρρίκνωση του τζίρου των ΜμΕ, την απώλεια του εργαλείου των εκπτώσεων και την ένταση του άνισου ανταγωνισμού, χωρίς, ωστόσο, να έχει επιτευχθεί η συνάντηση.
Τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, που δείχνουν ραγδαία αύξηση των κενών καταστημάτων στους εμπορικούς δρόμους, επιβεβαιώνουν την κρισιμότητα της κατάστασης. Ο κ. Τσαγγάρης προειδοποίησε ότι, εάν δεν υπάρξουν άμεσες διορθωτικές παρεμβάσεις, ειδικά στο θεσμικό πλαίσιο των προσφορών, το 50% των ΜμΕ κινδυνεύει να κλείσει μέσα στα επόμενα δύο χρόνια, με συνέπειες που εκτείνονται πέρα από το οικονομικό πεδίο, επηρεάζοντας την κοινωνική συνοχή και την ζωντάνια των πόλεων.
Η αγορά, σύμφωνα με τον πρόεδρο του συλλόγου, δεν ζητά προνόμια, αλλά συνθήκες επιβίωσης, ζητώντας επειγόντως ενίσχυση του διαθέσιμου εισοδήματος, αποκατάσταση της ισορροπίας στον ανταγωνισμό και επαναξιολόγηση του πλαισίου προσφορών.