Η συγγραφική πορεία συχνά ξεκινά από την πρώτη επαφή με τις λέξεις, όπως συνέβη και με τις **αναγνωστικές αναμνήσεις** που διαμόρφωσαν την ταυτότητα της δημιουργού. Όλα ξεκίνησαν με το «The Little Engine That Could», το βιβλίο που της διάβαζε η μητέρα της κάθε βράδυ, μέχρι που σε ηλικία μόλις τεσσάρων ετών έμαθε να το διαβάζει μόνη της, μαγεμένη από την ιστορία του θαρραλέου τρένου.
Στην εφηβεία της, η Judy Blume αποτέλεσε καταλύτη, καθώς το «It’s Not the End of the World» την έκανε να συνειδητοποιήσει για πρώτη φορά την επιθυμία της να γίνει συγγραφέας. Η ικανότητα της Blume να αναδεικνύει το χιούμορ και τη δραματικότητα της καθημερινότητας λειτούργησε ως αποκάλυψη. Αντίστοιχα, το έργο «Winesburg, Ohio» του Sherwood Anderson, που διάβασε στα 14, της έδωσε την επιβεβαίωση ότι η ενασχόληση με τη γραφή δεν ήταν μια «παράξενη» επιλογή, αλλά ένας δρόμος που άξιζε να ακολουθήσει.
Κατά τη διάρκεια των μεταπτυχιακών της σπουδών, η γνωριμία με το έργο της Virginia Woolf άλλαξε ριζικά τον τρόπο που προσέγγιζε τη δημιουργική γραφή, ωθώντας την να εγκαταλείψει την επιφανειακή αφήγηση. Η σχέση της με τους κλασικούς ήταν επίσης εξελικτική: αν και το «Pride and Prejudice» της Jane Austen την είχε απωθήσει στα 16 της, μετέπειτα έγινε ένα βιβλίο στο οποίο ανατρέχει διαρκώς, μαζί με το «Persuasion».
Σήμερα, η βιβλιοθήκη της περιλαμβάνει τόσο το κλασικό «The Sound and the Fury» του William Faulkner, όσο και ανακαλύψεις της ωριμότητας, όπως το «The Summer Book» της Tove Jansson. Παράλληλα, η έρευνα για ένα νέο βιβλίο την οδηγεί σε έργα όπως το «The Dark Side of Camelot» του Seymour Hersh, το «The Devil’s Chessboard» του David Talbot και το επιδραστικό «The Feminine Mystique» της Betty Friedan, ενώ για χαλάρωση επιλέγει πάντα το «I Capture the Castle» της Dodie Smith.