Ο Paul Taylor, μια εμβληματική φιγούρα του αμερικανικού μοντέρνου χορού, μας υπενθυμίζει μέσα από το έργο του “Brandenburgs” ότι η τέχνη έχει τη δύναμη να αναζωογονεί ακόμα και τον πιο κυνικό θεατή. Η εταιρεία του, που διεύθυνε για πάνω από 60 χρόνια μέχρι τον θάνατό του το 2018, παρουσιάζει στο Λονδίνο, μετά από δύο δεκαετίες απουσίας, ένα πρόγραμμα που περιλαμβάνει και το τελευταίο του έργο, “Concertiana” (2018).
Το “Brandenburgs”, εμπνευσμένο από τα ομώνυμα κοντσέρτα του Bach, είναι μια έκρηξη χαράς και τεχνικής αρτιότητας. Με χορευτές ντυμένους με πράσινες, βελούδινες στολές, η παράσταση ξεκινά με μια αίσθηση αισιοδοξίας που σταδιακά μεταμορφώνεται σε έναν καταιγισμό από άλματα, στροφές και άψογη τεχνική. Η χορογραφία είναι διαυγής, με κομψές γωνίες, και δεν φοβάται να ψυχαγωγήσει. Κάθε στιγμή αποτυπώνει στιγμιότυπα απόλυτης αρμονίας, με τους χορευτές να εκτελούν εντυπωσιακές φιγούρες με αέρα και χάρη. Η χορογραφία του Taylor, παρά τις γρήγορες εναλλαγές και τις αμέτρητες στροφές, θυμίζει μια πιο απλή, αναλογική εποχή, αντίθεση με την τρέχουσα υπερπληροφόρηση.
Οι γυναικείες ενδυμασίες, σε στυλ αρχαιοελληνικών χιτωνίων, προσδίδουν μια αίσθηση “Ολύμπιας” παρουσίας, θυμίζοντας σκηνές με θεούς και μούσες, με στοιχεία ευκλείδειας γεωμετρίας. Οι χορευτές μοιάζουν με αθλητές των θεών, υπό την επήρεια του Bach.

Σήμερα, η εταιρεία συνεχίζει να παρουσιάζει νέα έργα από ταλαντούχους χορογράφους, διατηρώντας παράλληλα το πλούσιο αρχείο του Taylor. Ο Robert Battle, πρώην καλλιτεχνικός διευθυντής του Alvin Ailey American Dance Theater, υπογράφει το έργο “Under the Rhythm”, μια αλληγορία για τη μητέρα του και τη δύναμη του χορού να μας οδηγεί στη ζωή. Το έργο αποτελεί έναν φόρο τιμής στην αφροαμερικανική τζαζ και μοντέρνο χορό, με ρυθμούς που παραπέμπουν στην παλιά Χάρλεμ, ενώ δύο χορευτές με κόκκινα γιλέκα θυμίζουν τους Nicholas Brothers, να ξεσηκώνουν το κοινό με το scat τραγούδι της Ella Fitzgerald. Η παράσταση αφήνει να διαφανεί και ο πόνος και οι διακρίσεις που κρύβονται κάτω από αυτές τις ιστορίες, αλλά κυρίως αναδεικνύει την αμιγή δεξιοτεχνία και το θέαμα.
Αντίθετα, στο “Piazzolla Caldera” (1997) του Taylor, δεν υπάρχουν χαμόγελα, μόνο έντονα, παθιασμένα βλέμματα. Πρόκειται για ένα δυναμικό έργο εμπνευσμένο από το τάνγκο, που εξερευνά τον υποκόσμο του Μπουένος Άιρες. Παρόλο που οι εκφράσεις έκστασης αρχίζουν να μοιάζουν κάπως κουραστικές, η παράσταση παραμένει πάντα συναρπαστική. Είναι ένας χορός που επιθυμεί να ευχαριστήσει το κοινό, κάτι που είναι δύσκολο να μην πετύχει.

Η παράσταση παρουσιάζεται στο Linbury Theatre, Λονδίνο, έως τις 31 Ιανουαρίου.