Η σχέση του Patrick Marber με τον Tom Stoppard ξεκίνησε από το βάθος μιας θεατρικής αίθουσας, όταν ο Marber, μόλις 15 ετών, μαγεύτηκε από την παράσταση του “Travesties” το 1979. Αυτή η εμπειρία γέννησε μια βαθιά θαυμασμό για τον Stoppard, τον “cool, obscure playwright“, όπως τον αποκαλούσε, οδηγώντας τον Marber στην αναζήτηση του έργου του. Ακόμη και οι σπουδές του ως φοιτητής Αγγλικής Λογοτεχνίας στα μέσα της δεκαετίας του ’80 δεν κατάφεραν να απομυθοποιήσουν πλήρως την αίσθηση δέους που του προκαλούσαν τα έργα του Stoppard, μέχρι που είδε την αρχική παραγωγή του “Arcadia” το 1993.
Η ειρωνεία του πεπρωμένου έφερε τους δύο άνδρες να γίνονται συνεργάτες. Όταν το πρώτο έργο του Marber, “Dealer’s Choice”, ανέβηκε στο National Theatre, ο Stoppard, ως μέλος του διοικητικού συμβουλίου, το ανέφερε ως παράδειγμα νέας γραφής. Λίγο αργότερα, σε μια εκδήλωση, ο Stoppard προσέγγισε τον Marber, εκφράζοντας τον θαυμασμό του και χαρακτηρίζοντάς τον “proper young playwright”. Αυτή η συνάντηση σηματοδότησε την αρχή μιας δεκαετούς φιλίας και επαγγελματικής σχέσης.

Ο Stoppard, ένας σπάνιος συνδυασμός ευγενείας και ανθρωπιάς, έβλεπε όλα τα έργα του Marber και αντίστροφα. Η αλληλογραφία, τα γεύματα και οι κοινές τους αναπολήσεις πλαισίωναν αυτή τη σχέση. “Patrick, to be a playwright is to have one’s heart broken every day,” έλεγε ο Stoppard με χαμόγελο, ενώ παράλληλα προσέφερε συμβουλές, όπως στο έργο “Howard Katz”, προτρέποντας τον Marber: “I don’t think you should kill him off at the end. Condemn him to life. Much better.”
Το 2015, μια κλήση από τον Stoppard άλλαξε την τροπή. “Patrick, it’s Tom.” “Do you by any chance know my play Travesties?” Η πρόταση για αναβίωση του “Travesties” στο Menier Chocolate Factory, με την πιθανή σκηνοθεσία του Sam West, οδήγησε τελικά τον Marber στη θέση του σκηνοθέτη. Η επανεξέταση του έργου μετά από 36 χρόνια, το βρήκε “incomprehensible”, αλλά η πρόκληση ήταν μπροστά του.
Η συνεργασία αυτή γέννησε μια βαθύτερη κατανόηση του Stoppard, όχι μόνο ως δημιουργού αλλά και ως ανθρώπου. Οι μακροσκελείς, καπνιστές συναντήσεις, η επιθυμία του Stoppard να “tinkering” με κάθε αναβίωση, η αφοσίωσή του στην τελειοποίηση των έργων του, φανέρωναν την αφοσίωσή του στην “authorial control” των έργων που είχαν πλέον καθιερωθεί.
Ο Marber περιγράφει τον Stoppard ως έναν φιλόξενο οικοδεσπότη, που μοιραζόταν την αγάπη του για τις εφημερίδες, τα κλασικά φιλμ όπως το “Jaws”, και που, παρά τη φήμη του, δεν δίσταζε να εκφράζει την απογοήτευσή του στην πρόβα, φωνάζοντας “I hate this, I hate it!”. Αυτές οι στιγμές, αν και συγκλονιστικές, έδειχναν την πάθος του για την τελειότητα.
Η επιτυχία του “Travesties” οδήγησε σε μεταφορά στο West End και στη συνέχεια στο Broadway. Στην Νέα Υόρκη, ο Stoppard μοιράστηκε την ταπεινότητα του, εκφράζοντας ότι “jabbing in the dark with a new play”, παρά την παγκόσμια αναγνώρισή του. Η επιθυμία του να γράψει ένα νέο έργο ήταν τόσο έντονη, που δήλωνε ότι “if he couldn’t write a new one, he might as well be dead.”

Το 2019, το νέο έργο, “Leopoldstadt”, έφτασε στα χέρια του Marber, προκαλώντας του έντονα συναισθήματα. Η πρώτη ανάγνωση του έργου, με την παρουσία του Stoppard, της συζύγου του Sabrina, της παραγωγού Sonia Friedman και της συζύγου του Marber, Debra, στο Dorset, ήταν συγκινητική. Παρά το “jovial and merry” κλίμα, η σκηνή της “decimation of Jewish life in Vienna” προκάλεσε δάκρυα στον Marber, μια αντίδραση που ο Stoppard, εστιάζοντας στη ροή του έργου, αντιμετώπισε με αταραξία.
Ο Marber υπογραμμίζει ότι η γενναιοδωρία και η ευγένεια του Stoppard δεν πρέπει να επισκιάζουν την εσωτερική του δύναμη. Η ιστορία του ως “Czech refugee”, η αντιμετώπιση του αντισημιτισμού, η σχέση με τον πατριό του, Major Stoppard, και η διατήρηση του ονόματος “Stoppard” παρά τις πιέσεις, αποκαλύπτουν την “rage and pain and iron” που τον χαρακτήριζαν.
Η φράση του Stoppard “a charmed life” αποκτά βαθύτερο νόημα, υπονοώντας όχι μόνο τύχη και μαγεία, αλλά και μια αίσθηση “haunting”, σαν η ζωή να μην ήταν εντελώς δική του. Ο χαρακτήρας Leo στο “Leopoldstadt”, βασισμένος στον Stoppard, επαναλαμβάνει αυτή την ιδέα, ενώ η κεντρική φράση του έργου, που ειπώθηκε από τον Holocaust survivor Nathan, “No one is born eight years old…”, και “But you live as if without history, as if you throw no shadow behind you,” αντικατοπτρίζει την αναζήτηση του Stoppard για την προσωπική του “dark shadow”.
Η παράσταση του “Leopoldstadt” ξεκίνησε τον Δεκέμβριο του 2019, έκλεισε λόγω lockdown και επαναλειτούργησε το 2021, πριν μεταφερθεί στη Νέα Υόρκη το 2022. Παρά τα προβλήματα υγείας και τις δυσκολίες στην κίνηση, ο Stoppard, στα 85 του, διατηρούσε τη ζωντάνια του, την αγάπη του για την κουβέντα, τις ιστορίες και τους φίλους. Η απονομή του πέμπτου, ρεκόρ Tony το 2023, φάνηκε να προσθέτει ένα αίσθημα αθανασίας.

Ωστόσο, η υγεία του επιδεινώθηκε στις αρχές του 2024. Η απόφαση να σταματήσει το κάπνισμα, “a very worrying sign”, και η φυσική του εξασθένιση, συνέθεσαν μια “Chekhovian” εικόνα. Σε μια συγκινητική στιγμή, ο Marber μοιράστηκε το τελευταίο του τσιγάρο με τον Stoppard, λίγο πριν τον οδηγήσει στο κρεβάτι, μια στιγμή βαθιάς αγάπης και αποχαιρετισμού.

Η απώλεια του Stoppard έχει αφήσει ένα κενό, αλλά η κληρονομιά του ζει στα έργα του, όπως τα “Travesties” και “Leopoldstadt”, που “travel beautifully through time”, αφηγούμενες ιστορίες αγάπης, πολέμου και της αέναης αλλαγής του κόσμου. Η παιδική του ηλικία στην Τσεχοσλοβακία, το 1937, παραμένει αναπόσπαστο κομμάτι της ταυτότητάς του, αποδεικνύοντας ότι “No one escapes their childhood. Not even a genius can do that.”