Αν μια νυχτερινή λέσχη μπορούσε να μεταμορφωθεί σε δισκογραφική εταιρεία, αυτή θα ήταν αναμφίβολα η London Records. Με μια φαινομενικά σοβαρή πρόσοψη –γυαλιστερά γραφεία και ακριβά αυτοκίνητα– στο εσωτερικό της κρυβόταν μια πραγματική «ηδονιστική τρέλα», όπως περιγράφει ο Goldie, ο οποίος ένιωθε ακόμα και σήμερα τον σωματικό αντίκτυπο στη σκέψη της παλιάς του δισκογραφικής. Η ιστορία της εταιρείας ξεδιπλώνεται πλέον στο νέο podcast έξι επεισοδίων με τίτλο Hit That Perfect Beat – The London Records Story.

Ιδρυμένη αρχικά ως μέρος της Decca Records, η London Records απέκτησε τη δική της ανεξάρτητη πορεία το 1980, όταν η μητρική εταιρεία εξαγοράστηκε από την Polygram. Ο τότε διευθύνων σύμβουλος, Colin Bell, είχε έναν ξεκάθαρο στόχο: να δημιουργήσει μια pop εταιρεία με κύρος, που θα απευθυνόταν στη νεολαία με έναν ιδιαίτερο, αιχμηρό τρόπο. Η δισκογραφική έγινε γρήγορα γνωστή για το lifestyle της, με τους καλλιτέχνες να παραδέχονται ανοιχτά ότι η δεκαετία του ’90 στη London Records ήταν συνώνυμη με την κοκαΐνη.

Παρά την ποικιλομορφία των καλλιτεχνών της –από τους Bronski Beat και τους Orbital μέχρι τους East 17 και τις All Saints– η εταιρεία είχε μία σταθερή εμμονή: τις επιτυχίες. Όπως δηλώνει ο Pete Tong, που ηγήθηκε του dance label FFRR, η φιλοσοφία ήταν να υπογράφουν «pop με στάση». Η προσέγγισή τους ήταν συχνά αντισυμβατική, όπως όταν προσπάθησαν να υπογράψουν τις Spice Girls, αλλά η διαπραγμάτευση κατέληξε σε μια εκδρομή με βάρκα στον Τάμεση όπου κατά λάθος «ξέχασαν» τον μάνατζερ του συγκροτήματος.

Η επιτυχία, ωστόσο, δεν βασιζόταν πάντα σε θεμιτά μέσα. Το 1991, η εταιρεία τιμωρήθηκε με πρόστιμο 50.000 λιρών από τη British Phonographic Industry για την πρακτική του «chart hyping», δηλαδή την εξαγορά δίσκων για την τεχνητή ενίσχυση των πωλήσεων. Όπως θυμάται ο Terry Farley των Boy’s Own, ήταν μια πρακτική που ακολουθούσαν σχεδόν όλες οι δισκογραφικές της εποχής.

Η κουλτούρα της εταιρείας, γεμάτη από εγωισμό και υπερβολή, αποτέλεσε την έμπνευση για το μυθιστόρημα Kill Your Friends του John Niven, ο οποίος εργάστηκε εκεί από το 1994 έως το 1997. «Συναντήσεις σε άλλες εταιρείες έμοιαζαν με βόλτα σε λιβάδι μπροστά στο χάος της London Records», αναφέρει χαρακτηριστικά. Παρ’ όλα αυτά, για καλλιτέχνες όπως ο Goldie ή το συγκρότημα Orbital, η εταιρεία προσέφερε μια μοναδική ελευθερία, επιτρέποντάς τους να δημιουργήσουν χωρίς περιορισμούς, ακόμα και όταν επρόκειτο για κομμάτια διάρκειας μιας ώρας.

Το τέλος της «χρυσής εποχής» ήρθε στα τέλη της δεκαετίας του ’90, όταν η Polygram πωλήθηκε και το «μαγικό» στοιχείο χάθηκε. Σήμερα, η London Records θυμάται ως ένα κομμάτι της ιστορίας που, όπως λέει ο Pete Tong, έμοιαζε με το να εργάζεσαι στο Hollywood.